14 Δεκ 2011

Πλεόνασμα και Ανασυγκρότηση

  
Του Λευτέρη Τσουλφίδη
Έχει διατυπωθεί επανειλημμένα, ότι προϋπόθεση για την οικονομική ανάπτυξη είναι η σταθεροποίηση της οικονομίας, που για τα σημερινά δεδομένα σημαίνει πρωτογενές πλεόνασμα, δηλαδή οι συνολικοί φόροι να ξεπερνούν τις κρατικές...

δαπάνες χωρίς να υπολογίζονται τα τοκοχρεολύσια. 
Η επίτευξη αυτού του στόχου υποστηρίζεται, πως οδηγεί στην εξυγίανση της οικονομίας και θα παρακινήσει τους επενδυτές να αναλάβουν δράση.

Εξηγώ ευθύς εξ αρχής, ότι δεν αμφισβητώ το επιθυμητό της δημιουργίας πρωτογενών πλεονασμάτων. Η προβληματική που θέτω, βρίσκεται στον τρόπο δημιουργίας τους και ιδίως στη διάθεσή τους. Γιατί δεν πρέπει να λησμονούμε, ότι η Ισπανία, η πέμπτη μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ και η δωδέκατη διεθνώς, βρίσκεται στα πρόθυρα υπαγωγής της στον Μηχανισμό Στήριξης, ενώ το δημόσιο χρέος της ως ποσοστό στο ΑΕΠ, παρ' ότι τα πρόσφατα 3-4 χρόνια σχεδόν διπλασιάστηκε, εντούτοις, βρίσκεται στο αξιοπρεπές 63% και μέχρι πρόσφατα (2008) διατηρούσε πρωτογενή πλεονάσματα.

Συνεπώς, αυτή καθ' αυτή η ύπαρξη πρωτογενών πλεονασμάτων δεν διαφυλάσσει μια οικονομία και αυτό γιατί πρωτογενές πλεόνασμα δημιουργείται σχετικά εύκολα (π.χ. αυξάνοντας όσο χρειάζεται τη φορολογία) αλλά αν αυτό καταναλωθεί ή δοθεί για πληρωμή τοκοχρεολυσίων, τότε είναι βέβαιο (προκύπτει άλλωστε από την ελληνική εμπειρία) ότι η ύφεση που θα ακολουθήσει, θα οδηγήσει σε κατά πολύ μεγαλύτερο έλλειμμα από ό,τι το αρχικό. 

Στο ίδιο, σχεδόν, αποτέλεσμα καταλήγουμε και με την εναλλακτική πολιτική της περιστολής των κρατικών δαπανών. Επομένως, η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος όσο εύκολα επιτυγχάνεται τόσο δύσκολα διατηρείται και η διατήρηση δεν είναι θέμα μόνο «νοικοκυροσύνης» αλλά ενός ευρύτερου προγράμματος ανασυγκρότησης της οικονομίας, όπου στρέφεται η προσοχή μας.

Συμφωνώ με την άποψη, ότι ο κρατικός τομέας (διοίκηση, στρατός, αστυνομία, δικαιοσύνη) καταναλώνει χωρίς να παράγει και άρα δημιουργεί ελλείμματα και ως εκ τούτου αποτελεί βάρος στην οικονομική ανάπτυξη. Το ίδιο ισχύει και με τον χρηματοπιστωτικό τομέα, τις κτηματομεσιτικές εταιρείες αλλά και με σειρά άλλων δραστηριοτήτων που καταναλώνουν, χωρίς να παράγουν

Η συρρίκνωση των μη παραγωγικών κλάδων και η διεύρυνση των παραγωγικών κλάδων της οικονομίας αυξάνει το δυνάμενο να επενδυθεί προϊόν και συνεπώς διευρύνονται οι αναπτυξιακές δυνατότητες της οικονομίας.  
Ένας τέτοιος στόχος όμως δεν επιτυγχάνεται από την αυθόρμητη λειτουργία των δυνάμεων της αγοράς, αλλά από την κατευθυνόμενη κρατική παρέμβαση, η οποία θα πρέπει να στοχεύσει στη δημιουργία πρωτογενών πλεονασμάτων αλλά στο πλαίσιο ενός ευρύτερου προγράμματος ανασυγκρότησης της οικονομίας.

Σε αυτό το πρόγραμμα θα πρέπει να δημιουργηθούν συνθήκες πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου, πράγμα που σημαίνει, ότι θα πρέπει να επιδιωχθούν επενδύσεις δια πυρός και σιδήρου. Στη σημερινή φάση που τίθενται πρωτίστως υπαρξιακά (και δευτερευόντως διαταξικά) ζητήματα, οι κατευθύνσεις μιας πολιτικής ανασυγκρότησης θα πρέπει να συμπεριλαμβάνουν:

1. Κούρεμα του χρέους ακόμη και πάνω από 50%, ούτως ώστε να εξοικονομηθούν πόροι για την επενδυτική δραστηριότητα. Εδώ, ξεχωριστή μέριμνα πρέπει να ληφθεί για τα ασφαλιστικά ταμεία, ώστε να διασφαλιστεί η μεγαλύτερη δυνατή κοινωνική συνοχή και υποστήριξη. Και σε αυτήν την προσπάθεια δεν νοείται διαχωρισμός σε «ευγενή» και μη ταμεία και κραυγαλέες ανισότητες στις συντάξεις.

2. Κρατικοποίηση των τραπεζών και λειτουργία τους σε περιοριστικό πλαίσιο, που θα ισχύει και για όσες από τις ιδιωτικές τράπεζες επιβιώσουν στη μετά το κούρεμα εποχή

Με τον τρόπο αυτό αποκαθίσταται η ομαλή λειτουργία των τραπεζών, που θα πρέπει να είναι η λήψη καταθέσεων και η χορήγηση ασφαλών δανείων για την ενθάρρυνση της επενδυτικής και όχι της καταναλωτικής δραστηριότητας.

3. Στροφή και αναδιοργάνωση της αγροτικής παραγωγής με επενδύσεις σε έργα υποδομής και παροχή ενημέρωσης και τεχνογνωσίας σε όσους σοβαρά δραστηριοποιούνται σε αυτόν τον τομέα παραγωγής, ενώ ταυτόχρονα να επιβάλλονται περιοριστικά μέτρα (π.χ. υψηλή φορολογία) στους μη συμμορφούμενους, με τις κατευθύνσεις και τα απαιτούμενα μιας οργανωμένης και στοχευμένης αγροτικής πολιτικής.

4. Αναδιοργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης που τα προβλήματά της είναι γνωστά, όπως επίσης και το τι πρέπει να γίνει, λείπει όμως σκανδαλωδώς η πολιτική βούληση. Είναι ιδιαίτερα κρίσιμο σε αυτόν τον τομέα, όπως και σε άλλους του Δημοσίου, να δημιουργηθούν μηχανισμοί που θα επιβραβεύουν την προσπάθεια και θα την αποζημιώνουν ανάλογα.

5. Αναδιοργάνωση της Δικαιοσύνης. Τα προβλήματα και εδώ είναι γνωστά, όπως και η μέθοδος επίλυσής τους, απλά θέλω να επισημάνω, ότι οι δυσλειτουργίες της δικαιοσύνης δεν είναι άσχετες με το βαθύ αίσθημα ότι οι τρεις (ή και οι τέσσερις) εξουσίες είναι «ερωτευμένες» και άρα αλληλοϋποστηριζόμενες μεταξύ τους καθιστώντας έτσι το πολίτευμα ονομαστικά δημοκρατικό και κατ' ουσία βαθύτατα αυταρχικό.

6. Αναδιοργάνωση των ΑΕΙ και ανάδειξη πρωτοπόρων διεθνώς Σχολών (μιας και τα Τμήματα καταργούνται) και προσέλκυση φοιτητών από γειτονικές και μη χώρες. 

Μόνο η ετήσια αξιολόγηση διδασκόντων και Σχολών, βάσει διεθνών κριτηρίων, με αντίστοιχες αμοιβές και χρηματοδότηση θα αρκούσε για την ανάδειξη της αριστείας. Το ισχύον σύστημα επικεντρώνεται σε διαδικασίες και όχι σε ουσιαστικά ζητήματα και συνεπώς δεν μπορεί παρά να αναδείξει ό,τι χειρότερο διαθέτει.

7. Αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων της χώρας και σύναψη φιλικών-συμμαχικών σχέσεων με μεσογειακές και άλλες χώρες που αναμένουν από την Ελλάδα. Το παράδειγμα της Κύπρου αρκεί για να αναδείξει την ανεπάρκεια των ελληνικών κυβερνήσεων.

8. Σχεδιασμός βιομηχανικής πολιτικής και η ενίσχυση κλάδων και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων με ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, όπως π.χ. ο Τουρισμός, η βιομηχανία τροφίμων μεταξύ άλλων. Τα έργα υποδομής προς αυτήν την κατεύθυνση θα είχαν να συνεισφέρουν πολλαπλά. Δεν θέλω να αναφερθώ σε ΕΣΠΑ και άλλα συνήθη που λέγονται, που, αν συνεχίσει η απραξία, θα αποτελέσουν μνημεία ανικανότητας της πολιτικής ηγεσίας.

9. Διαπραγμάτευση με την ΕΚΤ για τα ελληνικά ομόλογα. Δεν είναι δυνατόν να «κουρεύονται» οι ιδιώτες και η ΕΚΤ να έχει αγοράσει τα ελληνικά ομόλογα «μισοτιμής» και να θέλει να τα πληρωθεί στο άρτιο. Συνεπώς κάποια στιγμή θα πρέπει να προετοιμαζόμαστε γι' αυτή τη συζήτηση. Στο ίδιο πνεύμα θα πρέπει να γίνει συζήτηση με ορισμένες, τουλάχιστον, από τις δανείστριες χώρες.

10. Εξομάλυνση των ονομαστικών και των πραγματικών μας διαφορών το ταχύτερο με τις γείτονες χώρες. Η ιδέα της συνεκμετάλλευσης θα πρέπει να ιδωθεί με τη δέουσα υπευθυνότητα, καθώς τα πρόσφατα χρόνια ανέδειξαν, ότι ο μέγας εχθρός της Ελλάδας δεν ήταν η Τουρκία. Μάταια εξοπλιζόμασταν, ενισχύοντας έτσι τις πολεμικές βιομηχανίες άλλων χωρών και τα εισοδήματα των μεσαζόντων καθιστώντας την χώρα ευάλωτη στον πραγματικό εχθρό: Το επιτόκιο δανεισμού που έχει φέρει την ελληνική οικονομία στο χείλος της καταστροφής.

Αυτά είναι, ορισμένα τουλάχιστον, από τα μεγάλα διλήμματα και προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε και αν δεν μπορούν να ανταποκριθούν τα παραπαίοντα αστικά κόμματα, τότε ας γίνουν τα κόμματα της Αριστεράς, αυτά που θα ανταποκριθούν.


*Ο κ. Λευτέρης Τσουλφίδης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας

ΠΗΓΗ: tovima.gr