14 Αυγ 2011

Διεθνή προβλήματα, εθνικές πολιτικές


Του Δημήτρη Τσιόδρα
Δεν ήταν οι δηλώσεις των πολιτικών ηγετών, αλλά οι ανακοινώσεις του επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ για τη διατήρηση χαμηλών επιτοκίων και η απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να αγοράσει ιταλικά και ισπανικά...
ομόλογα, που σταμάτησαν, έστω προσωρινά, την κρίση από το να λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις.

Ομως το πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί από τις κεντρικές τράπεζες.
Μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο από τους πολιτικούς, με γενναίες αποφάσεις. Σε έναν κόσμο στον οποίο υπάρχει μεταφορά οικονομικής ισχύος προς την Ασία, όπου στις ΗΠΑ και την Ευρώπη υπάρχει χαμηλή ανάπτυξη, μείωση του εισοδήματος της μεσαίας τάξης και των μισθωτών, χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης και υψηλό χρέος, η λύση δεν μπορεί να προέλθει μόνο από την παροχή πιο φθηνού χρήματος, που έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργούνται νέες φούσκες στις αναδυόμενες αγορές.

Ολο και περισσότεροι, πλέον, μιλούν για την ανάγκη στενότερης συνεργασίας σε διεθνές επίπεδο. Η συνεργασία προϋποθέτει διάθεση για μείωση των ανισορροπιών κι αυτό βραχυπρόθεσμα δεν συμφέρει τους πάντες.
Τα έθνη-κράτη από τη δημιουργία τους λειτουργούν πάντα στη λογική της αυτοβοήθειας (σώσε τον εαυτό σου, γιατί κανείς δεν θα σου χαρίσει τίποτα) και όταν συνεργάζονται, ακόμη και τότε μετρούν όχι μόνο αν κερδίζουν, αλλά κυρίως το τι κερδίζουν σε σχέση με τους άλλους. 

Ακόμη και στην Ε.Ε. όπου η συνεργασία απέφερε οφέλη για όλους, σήμερα στην εποχή της κρίσης φαίνεται πως τα έθνη-κράτη δεν έχουν ξεφύγει από τη λογική του «σχετικού κέρδους».

Η Κίνα και η Γερμανία, δύο δυνάμεις με μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα, δεν φαίνονται διατεθειμένες να καταβάλουν κι αυτές κάποιο κόστος, προκειμένου να βελτιωθεί η κατάσταση στην παγκόσμια οικονομία.
Η Κίνα με 3 τρισ. δολάρια συναλλαγματικά διαθέσιμα, θα μπορούσε να ενισχύσει την παγκόσμια ζήτηση, ενώ η Γερμανία θα μπορούσε να βοηθήσει στη διάσωση της ευρωζώνης αποδεχόμενη ότι θα καταβάλει κάποιο κόστος μέσω της έκδοσης ευρωομολόγου.
Η αλματώδης ανάπτυξη της Κίνας τις τελευταίες δεκαετίες οφείλεται στη μεγάλη αύξηση των εξαγωγών από το 9,1% του ΑΕΠ της το 1985, στο 38,5% το 2008. Αν η παγκόσμια οικονομία βυθιστεί σε νέα ύφεση, η Κίνα θα πληγεί καίρια.
Η Γερμανία έχει ωφεληθεί τα μέγιστα από το ευρώ και λόγω της αύξησης των εξαγωγών της στις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε., αλλά κι επειδή από χώρα μεσαίου μεγέθους σε παγκόσμιο επίπεδο, έχει ξανά ρόλο ενός εκ των πρωταγωνιστών ως ηγέτιδα δύναμη της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Διάλυση της ευρωζώνης θα υποβίβαζε και τη Γερμανία σε δύναμη δεύτερης κατηγορίας.
Ομως, κάθε χώρα που βρίσκεται σε καλύτερη μοίρα, πιστεύει πως μέσω της κρίσης θα χάσουν οι ανταγωνιστές και θα ενισχύσει τη θέση της εκείνη.

Το πρόβλημα είναι ότι, σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία, η πολιτική συνεχίζει να κινείται σε εθνικό επίπεδο και το έθνος-κράτος ως βασική μονάδα του παγκόσμιου συστήματος σχεδιάζει με στενό ορίζοντα.
Οι ηγέτες έχουν κατά νου κυρίως το εθνικό τους ακροατήριο. Η ατζέντα τους λοιπόν είναι πρωτίστως τοπική. Μόνο οι κινέζοι ηγέτες είναι απαλλαγμένοι από αυτό το άγχος, αλλά κι αυτοί σχεδιάζουν με βραχυπρόθεσμα κριτήρια εθνικού κέρδους.
Στο μεταξύ, όλοι με τον τρόπο τους μιλούν για την ανάγκη ρύθμισης των ανεξέλεγκτων αγορών, όμως η συμφωνία τους σταματάει εκεί και οι συζητήσεις εξαντλούνται στις διαβουλεύσεις του G8 και του G20.
Κι όμως, ακόμη από το 1941 προφητικά ο Τ. Μ. Κέινς είχε μιλήσει για την οικοδόμηση ενός διεθνούς συστήματος, στο οποίο θα υπήρχαν όρια στα ελλείμματα αλλά και στα πλεονάσματα, και ένα παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, ώστε να αντιμετωπίζονται οι παγκόσμιες ανισορροπίες και να μην οδηγούν σε συγκρούσεις και πόλεμο.
Οι θέσεις του δεν έγιναν δεκτές τότε. Οι παγκόσμιοι οικονομικοί θεσμοί που δημιουργήθηκαν στο Bretton Woods με τη λήξη του Β' Παγκόσμιου Πολέμου (ΔΝΤ και Παγκόσμια Τράπεζα) αντανακλούσαν τους συσχετισμούς δυνάμεων της εποχής (πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ), δεν μπορούν να ανταποκριθούν όμως στις σημερινές συνθήκες.

Οι συμμετέχοντες στο Bretton Woods συμφώνησαν ότι «η απουσία ενός υψηλού βαθμού οικονομικής συνεργασίας μεταξύ των μεγάλων οικονομικών δυνάμεων, αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε οικονομικό πόλεμο κι αυτός με τη σειρά του δεν θα είναι παρά ο προάγγελος ενός ακόμη πιο καταστροφικού πολέμου σε ευρύτερη κλίμακα». Αυτοί έβγαιναν από μια μεγάλη καταστροφή και δεν ήθελαν να την ξαναζήσουν.
Οι σημερινοί ηγέτες των εθνικών κρατών, έχοντας ζήσει σε μια εποχή διαρκούς οικονομικής ανάπτυξης (παρά τα κατά καιρούς προβλήματα), δείχνουν να πιστεύουν ότι δεν πρόκειται να επανέλθουν οι εφιάλτες του παρελθόντος κι ότι σταδιακά τα προβλήματα θα αντιμετωπιστούν. 
Μακάρι να έχουν δίκιο.

 ΠΗΓΗ: enet.gr