28 Οκτ 2010

Τα νέα φίλμ της εβδομάδας




Η αλήθεια είναι µία.Οι Αmericans -του Χόλιγουντ φυσικά -ξέρουν να πουλάνε φύκια για µεταξωτές κορδέλες. Τους βγάζω το καπέλο. Για να καταλάβετε το µέγεθος της οφθαλµαπάτης σκεφτείτε το ως εξής. Αν το «Social Νetwork» ήταν γαλλικής παραγωγής, άπαντες οι θεατές εξερχόµενοι θα έλεγαν µε ένα στόµα και µια φωνή, «µωρέ, τι ατελείωτη φλυαρία είναι αυτή»!

Με µια κουβέντα: αν ήθελα να διαβάσω το ποταµιαίο στόρι ενός εβραίου πιτσιρικά που µε µια ιντερνετική ιδέα µέσα σε κάτι λιγότερο από πέντε χρόνια έγινε δισεκατοµµυριούχος, θα αγόραζα «ΤΑ ΝΕΑ» µε ένα ευρώ και κάτι ψιλά.

Και αν ήθελα να απολαύσω κινηµατογραφική ιστορία µε ήρωα µια µαθηµατική ιδιοφυΐα που για να βγάλει το ψωµί του είναι αναγκασµένος να δουλεύει στην οικοδοµή, θα ξανάβλεπα τον «Ξεχωριστό Γουίλ Χάντινγκ» (Good Will Ηunting) του Γκας Βαν Σαντ, πάνω σε ένα σενάριο που έγραψαν ο Μπεν Αφλεκ και ο Ματ Ντέιµον, δύο άγνωστοι πιτσιρικάδες του 1997. Γιατί αν στύψεις δύο ολόκληρες ώρες αυτής της ατελείωτης φλυαρίας που έγραψε ο Ααρον Σόρκιν και σκηνοθέτησε ο Ντέιβιντ Φίντσερ, σε ένα πασίγνωστο µοτίβο θα καταλήξεις. Το american dream σε hi tech παραλλαγή.

Ο Ντέιβιντ Φίντσερ λοιπόν. Ο σκηνοθέτης της µιας µεγάλης ταινίας _ του «Seven» φυσικά _ που µε άφησε µε ανοιχτό το στόµα. Α ξέχασα. Και µια δεύτερη φορά. Οταν µια µπούρδα µε τον µακροσκελή τίτλο «Η απίστευτη ιστορία του Μπέντζαµιν Μπάτον» και µε µοναδικό ατού ένα εξαιρετικό µέικαπ κέρδισε δεκατρείς υποψηφιότητες Οσκαρ. Αν είναι δυνατόν. Τέλος πάντων. Το ρεπορτάζ του Φίντσερ για τη διαστηµική εκτόξευση του Μαρκ Ελιοτ Ζούκερµπεργκ, επονοµαζόµενου από τους συµφοιτητές του και Ζουκ, γραµµένο από τον Ααρον Σόρκιν και βασισµένο στο βιβλίο του Μπεν Μέζριτς «Τhe accidental billionaires» («Οι κατά λάθος δισεκατοµµυριούχοι») πάει κάπως έτσι. Α ξέχασα. Ο ίδιος ο Ζούκερµπεργκ δεν το επιβεβαιώνει, αλλά σιγά τώρα που τον νοιάζει. Κάθεται πάνω στα λεφτά και αφήνει τους άλλους να λένε, να γράφουν και να φαντάζονται ό,τι τους κατέβει για τα δικά του, τα άπιαστα µυαλά.

Κάποιο απόγευµα του 2003 σε κάποιο στέκι πλησίον του Χάρβαρντ. Το οποίο, σύµφωνα µε µια τελευταία κατάταξη, είναι δεύτερο µετά το Κέµπριτζ καλύτερο πανεπιστήµιο της υφηλίου. Σε αυτό το στέκι ο Ζουκ πίνει το καφεδάκι του παρέα µε τη συµφοιτήτριά του Ερικα Ολµπράιτ. Εκείνος κοντός, σγουροµάλλης, ασχηµούλης, σπαστικός, νευρωτικός και γλωσσοκοπάνας. Εκείνη συντηρητική και µε τα δύο πόδια στο τσιγκέλι να τον περιµένει. Αντί ο τύπος στο ψητό να πέσει, αρχίζει µια µακρόσυρτη ακαταλαβίστικη µουρµούρα για τον Θίοντορ Ρούσβελτ που αναρριχήθηκε στην προεδρία των ΗΠΑ επειδή ήταν µέλος δύο λεσχών, του Φοίνικα και του Πορσέλιαν, κάτι σαν µασονίες δηλαδή, και πως αν κάποιος καταφέρει να προγνώσει τις καιρικές συνθήκες του επερχόµενου καλοκαιριού µπορεί να κερδίσει και τριακόσια χιλιάρικα από τις πετρελαϊκές εταιρείες. Αυτό ήταν. Με µια κουβέντα «είσαι σπασίκλας γι’ αυτό δεν σε θέλουν οι γυναίκες» τον αφήνει να παρακολουθεί τη σκιά της.

Πώς λέµε το «µ... σέρνει καράβι»; Ε λοιπόν αλλάξτε το. «Το µ... σέρνει την τεχνολογία και το Ιnternet».

Αυτό και το πιο διασκεδαστικό σηµείο της ιστορίας. Γιατί ο Ζουκ που καταχείµωνο κυκλοφορεί µε σαγιονάρες, βερµούδες, ακόµα και µε κουρελιασµένες ρόµπες, για να ταπεινώσει το θηλυκό πέφτει στα πλήκτρα του κοµπιούτερ και αρχίζει να γκρεµίζει όλους τους κωδικούς και όλες τις ιστοσελίδες της πανεπιστηµιακής κοινότητας. Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, το «µικρό, λιλιπούτειο στήθος» και το «king size σουτιέν» της Ερικας είχαν «ταχυδροµηθεί» σε εκατοντάδες παραλήπτες. Ταυτόχρονα ζητούσε από όλους να βαθµολογούν τα κορίτσια. Αποτέλεσµα; Κοντά στις 22.000 επισκέψεις. Ετσι, από αυτή την καταιγίδα µηνυµάτων καταρρέει ολόκληρο το δίκτυο του Χάρβαρντ. Η Ερικα ήταν το πρώτο βήµα προς την ανακάλυψη του facebook. Το δεύτερο ονοµάζεται Τάιλερ και Κάµερον Γουίνκελβος. Δύο αρχοντοµαλάκες συµφοιτητές του, από αριστοκρατική οικογένεια κάποιου µαικήνα, που από το πρωί µέχρι το βράδυ προπονούνται στην κωπηλασία.

Τα δύο αδέλφια, αποσβολωµένα από αυτές τις πρωτόγνωρες ηλεκτρονικές επιδόσεις, ζη τούν βοήθεια από τον κοντοστούπη και σπαστικό προκειµένου να υλοποιήσουν µια ιδέα που την έλεγαν «harvardconnections». Ο Ζουκ άλλο που δεν ήθελε. Μπίνγκο. Ετσι σπεύδει στον Εντουάρντο Σάβεριν, έναν από τους κολλητούς του, και ζητάει από αυτόν µερικές εκατοντάδες ψωροδολάρια. Ο Γουόρντο _ έτσι τον λέει _ του τα χώνει και ο Ζουκ παρέα µε τον δεύτερο κολλητό του, τον Ντάστιν Μόσκοβιτς, πέφτουν µε τα µούτρα στους υπολογιστές και τα πλήκτρα. Ετσι, στα µουλωχτά, δηµιουργείται το facebook. Δηλαδή µια λέσχη γνωριµιών για να ρίχνουµε τις γκόµενες. Οπως σας το λέω.

Επειδή όµως η εφεύρεση του Ζουκ τρέχει και καταλαµβάνει την υφήλιο µε ταχύτητα φωτός, οι δύο Γουίνκελβος θυµώνουν και µε τη βοήθεια του ζάπλουτου πατρός στέλνουν το άθλιο κλεφτρόνι σε προανακριτική διαδικασία. Η ιδέα ήταν δική µας. Εσύ µας την έκλεψες. Το ίδιο κάνει και ο Εντουάρντο. Γιατί στη συνέχεια ο Ζουκ τον παρατάει στα κρύα του λουτρού (µεταξύ µας, καλά του έκανε). Γιατί τον αντάλλαξε µε ένα άλλο σαΐνι στην τεχνολογία αλλά και την µπίζνα µε το όνοµα Σον Πάρκερ, που µε το Νapster έκανε µπάχαλο τη µουσική βιοµηχανία. Γιατί µε άλλα λόγια ο µεν Γουόρντο ήταν κατάλληλος για περίπτερο, ο δε Σον για δισεκατοµµύρια. Πράγµατι οι πόρτες ανοίγουν, µια εταιρεία επενδύσεων τους χώνει, έτσι για πρωινό, µισό εκατοµµύριο και έτσι στο τέλος αυτής της προανακριτικής διαδικασίας, όπου οι αρχνοντοµαλακωπηλάτες και ο Εντουάρντο τον είχαν στριµώξει στα καναβάτσα, εκείνος, ο τρελαµένος επιστήµονας της τεχνολογίας, πετάει µερικά εκατοµµύρια στο τραπέζι και βγαίνει νικητής. Αποτέλεσµα; Σήµερα ο µόλις 26 ετών Μαρκ Ελιοτ Ζούκερµπεργκ, εβραίος αλλά δηλώνει άθεος, είναι κάτοχος µιας περιουσίας που σε µετρητά καταλήγει στα 6,9 δισεκατοµµύρια. Τhat’s the american dream, my friend. Μάνι µάνι τρία τα συµπεράσµατα από αυτό το πλούσιο σε πληροφορίες και ακατάσχετο σε φλυαρία και ακαταλαβίστικη τεχνολογία, ρεπορτάζ του Ντέιβιντ Φίντσερ. Το πρώτο, πως ο αχόρταγος αµερικανικός ανταγωνισµός είναι ο µοναδικός δρόµος προς την επιτυχία. Με άλλα λόγια _ να το προσγειώσουµε προς τα καθ’ ηµάς _ µε ελληνικές πορδές, παιδιά, δεν βάφονται αυγά. Το δεύτερο, πως µόνο από τέτοια υψηλού επιπέδου ιδρύµατα µπορεί να προκύψουν σαΐνια που θα εκτοξεύσουν το σύστηµα προς το Διάστηµα, ακόµα και πιο µακριά. Με άλλα λόγια _ για να το προσγειώσουµε προς τα καθ’ ηµάς _ µε καταλήψεις, φραπελιά, καφενεία και µε το µπάχαλο των ελληνικών πανεπιστηµίων το µόνο που µπορείς να κάνεις είναι να ανοίξεις µια τρύπα στου Αιγαίου, άντε και του Ιονίου τα γαλάζια νερά. Και το τρίτο, πως ουδεµία ιδέα προέκυψε από παρθενογένεση. Η κλοπή παίζει και αυτή. Και πατώντας επί πτωµάτων, όπως ο Ζουκ και µε ερέθισµα το εργαλείο του που του το δάγκωσε µια γυναίκα, φτάσαµε στο facebook. Για µια Ερικα και µια Ελένη. Αµ πώς κατακτήθηκε η Τροία. Είδες ο Οµηρος! Είδες η Ελλάδα!

Και για να ολοκληρώνω. Το 2009 ο Ντάνι Μπόιλ µε τον ινδό πιτσιρικά «Slumdog millionaire» σαρώνει οκτώ Οσκαρ. Το 2011, κόβω τον σβέρκο µου, µε τον αµερικανό πιτσιρικά του faceboook billionaire θα σαρώσει άλλα τόσα. Ο Φίντσερ θα πάει για Οσκαρ. Ο Τζέσι Αϊζενµπεργκ θα πάει, και αυτός, για Οσκαρ. Ο Ααρον Σόρκιν, αυτός κι αν δεν πάει για Οσκαρ.

Απαντες του dream team του «Social Νetwork» θα πάνε για Οσκαρ. Μωρέ, δεν πάνε να τα πάρουν όλα. Εγώ λέω να πάω προς νερού µου!


Η χαρτορίχτρα του Αλεν

Σαρωτικές οι ταχύτητες του Γούντι Αλεν. Το 2005 σε ηλικία µόλις... εβδοµήντα ετών σκηνοθετεί το «Μatch Ρoint», το αριστούργηµά του. Εναν χρόνο αργότερα, µε το «Scoop» γκρεµίζεται στα τάρταρα. Σιγά το πρόβληµα. Το 2007 µε το «Ονειρο της Κασσάνδρας» (Cassandra’s dream) ανορθώνεται και το 2008 µε το «Vicky Cristina Βarcelona» ξανά προς τη δόξα τραβά. Πέρυσι µε το «Whatever works» (Ο,τι κάτσει) έτσι κι έτσι. Και τώρα; «Θα συναντήσεις έναν ψηλό µελαχρινό άνδρα» (Υou will meet a tall dark stranger). Ε, τώρα µε τη χαρτορίχτρα.

Και µε το «Μidnight in Ρaris» του χρόνου, who knows. Γιατί άλλοτε του βγαίνει, άλλοτε δεν του βγαίνει.

Παίζει µε την ίδια τράπουλα, απλώς κάθε φορά ανακατεύει τα χαρτιά.

Εδώ λόγου χάριν, συνοψίζει ολόκληρη τη φιλοσοφία του και ταλαντεύεται ανάµεσα στην κοµεντί και τη µελαγχολία. Τι ψάχνουµε, παιδιά; Τη γυναίκα τής απέναντι πολυκατοικίας και τον άντρα της φιλενάδας µας. Ψάχνουµε αυτό που δεν έχουµε. Ψάχνουµε χωρίς να ξέρουµε τι θέλουµε. Ψάχνουµε στα εφήµερα επειδή δεν θέλουµε να αντιµετωπίσουµε τα βαθύτερα. Που πάει να πει, άλλα λέµε, άλλα σκεφτόµαστε, άλλα θέλουµε, άλλα κάνουµε. Οπως τα συγκρουόµενα αυτοκινητάκια. Αυτή η φιλοσοφία του Γούντι προς καθηµερινή χρήση. Πώς είναι τα pocket books που διαβάζουµε στο Μετρό για να σκοτώνουµε το κενό µας; Κάπως έτσι.

Εδώ, επίτηδες, µε δύο ζευγάρια.

Ετσι. Προς απόδειξη ότι το ζήτηµα δεν είναι της ηλικίας. Είναι της αιώνιας, ανθρώπινης κατάστασης και ανοησίας. Σαν να µας κοιτάει από ψηλά. Αυτός ο κοντός, ο φαλακρός, ο αδύνατος και σχεδόν κουφός. Το πρώτο ζευγάρι, των µεγάλων, από τον Αλφι (Αντονι Χόπκινς) και τη Ελένα (Τζέµα Τζόουνς). Στο Λονδίνο, φυσικά. Ο Αλφι λοιπόν αρχίζει το sun tanning, τη γυµναστική, το ντύσιµο και την εξωσυζυγική ζωή. Επειτα από σαράντα χρόνια γάµου, δραπετεύει από την οικογενειακή οικία και πέφτει στην αγκαλιά µιας γκοµενάρας µε το όνοµα Σαρµέιν (Λούσι Παντς). Μα Αλφι, η µικρή είναι πουτάνα. Ε και; Εσένα τι σε νοιάζει. Τι να κάνει η Ελένα. Σπεύδει σε µέντιουµ. Που φυσικά τη βεβαιώνει πως έχει ζήσει µια προηγούµενη ζωή και ότι «βλέπω κοσµικά, θετικά κύµατα να κατευθύνονται προς το µέρος σου». Δηλαδή, δηλαδή; «Να, you will meet a tall dark stranger» (θα συναντήσεις έναν ψηλό µελαχρινό άνδρα). Αντί για ψυχίατρο στο µέντιουµ η κυρία. Ταυτόχρονα η Σάλι (Ναόµι Γουότς), θυγατέρα του Αλφι και της Ελένας, διάγει ταραγµένο συζυγικό βίο µε τον Ρόι (Τζος Μπρόλιν). Αµφότεροι περνάνε µια χαρά µε τα λεφτά της χαζοβιόλας µαµάς και πεθεράς. Η µεν Σάλι υπάλληλος σε γκαλερί. Ο δε Ρόι να γράφει κάποιο µυθιστόρηµα που κάποιος εκδοτικός οίκος θα το αρπάξει και θα το κάνει best seller.

Οµως το µυθιστόρηµα δεν ολοκληρώνεται. Οµως ο εκδοτικός οίκος δεν έρχεται. Ετσι η Σάλι φλερτάρει µε τον Γκρεγκ (Αντόνιο Μπαντέρας), το αφεντικό της φυσικά. Και ο Ρόι επιδίδεται σε µπανιστήρι και λιγουρεύεται ένα κορίτσαρο της απέναντι πολυκατοικίας, ντυµένο στα κόκκινα που µε την κιθάρα της παίζει Μποκερίνι. Οµως ο Γκρεγκ είναι παντρεµένος.

Ε και; Εσένα τι σε πειράζει. Οµως η Ντίαζ (Φρίντα Πίντο, κούκλα εξωτικής οµορφιάς), το κορίτσι µε τα κόκκινα, είναι αρραβωνιασµένη µε κάποιον Αλεν που εργάζεται στις Βρυξέλλες. Τουτέστιν η ζωή χωρίς κανένα νόηµα. Οπως έλεγε ο Σαίξπηρ, «η ζωή όλο βοή και µένος». Ολοι ανικανοποίητοι, ανασφαλείς, εντελώς κενοί. Ασήµαντοι χαρακτήρες, Ασήµαντες σχέσεις. Ασήµαντη ζωή.

Ολοι του cast, µέσα στους ρόλους τους φυσικά. Και οι µισές ατάκες σε κάνουν να χαµογελάς. Θα µου πείτε, τίποτα το καινούργιο απ’ όλα αυτά. Θα σας πω, εντάξει, αλλά ακόµα και ο πιο µέτριος Γούντι Αλεν είναι απείρως ανώτερος από την καλύτερη χαζοαµερικανιά. Γιατί, όπως έλεγε και ο µακαρίτης Πολ Νιούµαν, «όταν στο σπίτι σου σε περιµένει ένα ζουµερό καλοψηµένο Τ bone steak, δεν τρέχεις να αγοράσεις ετοιµατζίδικη πίτσα»!


Οπως λέµε παρά τρίχα, έτσι και µε την κοµεντί «Μια οικογένεια... ψώνιο» (Τhe Joneses)

του πρωτοεµφανιζόµενου γερµανού σκηνοθέτη και σεναριογράφου Ντέρικ Μπόρτε. Τίτλος για την ιδέα «Ολα για πούληµα». Τίτλος για την ταινία «Forget it».

Μια τετραµελής πεντάµορφη και λουσάτη american family, το όνειρο κάθε πολίτη που κυκλοφορεί σ’ αυτόν τον πλανήτη, εγκαθίσταται σε πολυτελέστατη βίλα βορείων προαστίων. Μητέρα η Ντέµι Μουρ. Με πατηµένα τα σαράντα οκτώ χρονάκια, αλλά από τη χηµεία µοιάζει µε φιγουρίνι που σουλατσάρει σε µιλανέζικη πασαρέλα. Αny way. Πατέρας ο Ντέιβιντ Ντουκόβνι. Αυτός ντε, από το Χ-Files. Κοντά σ’ αυτούς τους δύο η κόρη και ο γιος.

Τέσσερις άψογες φωτογραφίες.

Σαν αυτές που περιέχονται σε περιοδικά για αναγνώστες µε υψηλό δείκτη ευφυΐας. Με τα Rolex, την ΤΤ Αudi και έπιπλα Β&Β, made in Ιtaly. Απαντες της γειτονιάς ζηλεύουν ακόµα και τα εσώρουχα της Ντέµι Μουρ. Ετσι αρχίζουν να τους αντιγράφουν. Ετσι τα ίδια πράγµατα µ’ αυτούς αρχίζουν να αγοράζουν. So what. Απλώς. Ούτε σύζυγοι ούτε παιδιά. Ψεύτικοι όλοι.

Απλώς υπάλληλοι µιας εταιρείας που πουλάει lifestyle. Οσα περισσότερα αντικείµενα πουλήσεις _ ακόµα και τα κεριά _ τόσους περισσότερους πόντους θα εξασφαλίσεις και τόσα περισσότερα θα βγάλεις. Οµως στην πορεία ο κύριος Τζόουνς ερωτεύεται την κυρία Τζόουνς. Τότε η αλήθεια έρχεται να γκρεµίσει την ψευτιά. Κάπου εδώ τελειώνει και το ενδιαφέρον για µια ιστορία που µε διαφορετικό χειρισµό, µε περισσότερο σαρκασµό και µε χιούµορ ολοκληρωµένο και σκοτεινό, θα µε άφηνε µε το στόµα ανοικτό. Το µελό είναι ο µεγαλύτερος εχθρός κάθε σαρκαστικής, µαύρης κοµεντί!

ΠΗΓΗ: ΤΑ ΝΕΑ on-line,του ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΑΝΙΚΑ