7 Οκτ 2011

Η μοίρα του φτωχού;


Του Γιάννη Πανούση
καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών
Η έκ-πτωση της εργασίας οδήγησε σ’ εξαθλίωση των άνεργων και των φτωχών και η πολιτική οικονομία αδυνατεί να εξορκίσει το νέο αυτό κοινωνικό πρόβλημα.
Οι φτωχοί έχουν εκ-πέσει απ’ όλους...

τους παραδείσους (καπιταλιστικούς ή και σοσιαλιστικούς) καθώς η «κοινωνία της εργασίας» τους έχει αποκλείσει ακόμα κι από κατώτερης ποιότητας ασχολίες. 

Δεν συμμετέχουν στην ευημερία των εχόντων, δεν διαθέτουν την ίδια καταναλωτική δυνατότητα, γι’ αυτό και η φτώχια μετατρέπεται σ’ εξαθλίωση.
To εισόδημα του φτωχού, ακόμα κι αν επιτρέπει την εφήμερη επιβίωση, εφόσον απέχει πολύ από τα μέσα εισοδήματα της πλειοψηφίας της κοινωνίας, δεν απαλλάσσει από την φτώχια.
 

Η ευτυχία σε συνθήκες φτώχιας είναι αυταπάτη. 
Ο Αριστοτέλης πίστευε, ότι δημοκρατία είναι το πολίτευμα στο οποίο κυβερνούν οι φτωχοί, αλλά δεν είχε ασφαλώς στο νου του φτωχούς – φαντάσματα, στρατιές «χωρίς» (sans…). 
Σήμερα ο φτωχός δεν είναι ένας πλούσιος με λιγότερα λεφτά αλλά ένας «άλλος άνθρωπος». 
Η εισοδηματική φτώχια (έλλειψη πόρων) καταλήγει σε μια ανθρώπινη φτώχια με την έννοια της άρνησης των κοινών αξιών (shared values). 
Καθώς δεν μοιραζόμαστε πλέον κοινούς μύθους, κοινές μορφές ζωής και κυρίως κοινές αντιλήψεις για τον άνθρωπο και για τον κόσμο και ούτε τρέφουμε ο καθένας για τον πλαϊνό συναισθήματα φιλαλληλίας, ο φτωχός αισθάνεται νομιμοποιημένος και εξ αρχής δικαιολογημένος στην οριστική απόρριψη τόσο της σταθερής τελικής αξίας της ζωής όσο και ορισμένων λειτουργικών αξιών της κοινωνίας.
Η φτώχια ορίζεται συχνά ως επιδημία, οι φτωχοί χρεώνονται την αποτυχία τους, η αλληλεγγύη και η συμπόνια συνεχώς δυσφημούνται, ο πλουτισμός του ενός γίνεται δράμα για τον άλλο και εντέλει οι απόκληροι είναι καταδικασμένοι μόνο τα «δημόσια κακά» να μοιράζονται μεταξύ τους. Σ’ ένα περιβάλλον ρίσκου που οι φτωχοί δεν μπορούν να το ελέγξουν (αλλά μόνο να το υποστούν), είναι χαμένοι από χέρι στα στοιχήματα της κοινωνίας της διακινδύνευσης, αφού κουβαλάνε –εν είδει σταυρού του μαρτυρίου– όλες τις γενικευμένες αβεβαιότητες και ανασφάλειες.
Ο φτωχός δεν νοιώθει μόνον απροστάτευτος ή στερημένος αλλά το χειρότερο πιστεύει ότι είναι άχρηστος. Η «ελευθερία» της μηδενικής επιλογής και της μη-αυτοπροστασίας απέναντι στις αβεβαιότητες, καθώς και το χαμηλό αίσθημα αυτοεκτίμησης, οδηγούν αμετάκλητα σε έναν αμυντικό ατομικισμό, που καταργεί και την «κουλτούρα αλληλεγγύης της φτώχιας».
 

Από την άλλη χωρίς ταυτότητα και δίχως κοινότητα, οι νεόπτωχοι (είτε ως περιστασιακοί ή εκούσιοι φτωχοί, είτε ως τοπικοί φτωχοί) έχουν αναχθεί σε ιδιαίτερη κατηγορία που απέκτησε εδραιωμένα στερεοτυπικά χαρακτηριστικά. Η κοινωνική εικόνα την οποία έχει σχηματίσει ο φτωχός, προσδιορίζει και το πλαίσιο αποδεκτών αξιών που επηρεάζουν πολύ περισσότερο την νόμιμη ή μη συμπεριφορά του απ’ ότι η έλλειψη απασχόλησης.
Οι πολλαπλές συγκρούσεις μέσα στην κοινωνία των συμφερόντων δυσχεραίνουν την ένταξη των φτωχών, οι οποίοι δημιουργούν τα δικά τους «δίκτυα» και τους δικούς τους «δρόμους» (νόμιμης ή και παράνομης) επιβίωσης.
Πρέπει, πάντως, να επισημανθεί, ότι ο αρνητικός παράγοντας δεν μετεξελίσσεται σε εγκληματογόνο αιτία, αν δεν έχει προηγουμένως μετατραπεί σε κίνητρο, δεν έχει, δηλαδή, περάσει από το ειδικό πεδίο της κατηγορίας στο ατομικό του ενεργούντος προσώπου.
 

Οι ανάγκες επιβίωσης προηγούνται της όποιας ηθικής και η προσφυγή στο έγκλημα μοιάζει να είναι για πολλούς φτωχούς η «μόνη λύση». Ας μην ξεχνάμε, ότι οι φτωχοί έχουν θυματοποιηθεί πρώτοι, αφού η φτώχια όχι μόνον επιβάλλεται αλλά και «εγκληματοποιείται». Οι φτωχοί εγκληματούν για λόγους επιβίωσης, συντήρησης ή κοινωνικής κινητικότητας.
 


Η όποια όμως «κοινωνική μειονεξία» δεν ερμηνεύει το όποιο έγκλημα, αν δεν έχουν οριστικά καταστραφεί ή αλλοτριωθεί οι δεσμοί με την κοινότητα και τις αξίες της. Η κουλτούρα της βίας της underclass στα γκέτο δεν φαίνεται να έχει νόημα για τους έξω, διότι διαφέρουν οι ηθικές τους και το μόνο που  προτείνουν οι upper είναι η καταστολή.
Από την άλλη ο αποκλεισμός, ιδίως των νέων, από τη νόμιμη αγορά εργασίας και οι αρνητικοί όροι διαβίωσης, τους οδηγεί στα χέρια της «συμμορία-καταφύγιο», όπου συχνά βιώνουν τη διπλή αποτυχία (double failure), δηλαδή δεν μπορούν να ζήσουν ούτε ως έντιμοι ούτε ως επαγγελματίες κακοποιοί. Φτωχικές συνοικίες, γκέτο φτωχών, συμμορίες φτωχών παιδιών, φτωχές μειονότητες και κοινότητες μεταναστών συνιστούν «χώρους», όπου η νομιμότητα και η παρανομία εναλλάσσονται ανάλογα με τις ανάγκες και τις συνθήκες  ή τις αξίες. Πολλές φορές ο φτωχός είναι ημι-νόμιμος ή ημι-παράνομος (καθώς οι περισσότεροι δεν επιλέγουν την οριστική ένταξή τους στο εγκληματικό κύκλωμα).
 

Προσοχή όμως.
 

Από την άλλη, οι φτωχές περιοχές υψηλής εγκληματικότητας, το περιθώριο και ο υπόκοσμος, δηλαδή «το πλαίσιο», δεν αίρει την ευθύνη της προσωπικής επιλογής.  
Όλοι οι κάτοικοι ή όλοι οι ανήκοντες σε μια κοινωνική τάξη δεν αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο, ούτε εκλαμβάνουν το έγκλημα ως πεπρωμένο.
Άλλο τέλος το έγκλημα και η τιμωρία κι άλλο ο πόλεμος (κατά των φτωχών). 

Μπορεί η βία να είναι κοινό χαρακτηριστικό, αλλά το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους είναι η (οριστική;) διάσπαση του κοινωνικού συμβολαίου.

http://www.inprecor.gr/
ΠΗΓΗ:παρέμβαση