16 Οκτ 2011

Τα μαθηματικά της λύσης


Του Δημ. Κοντογιάννη
Εξίσωση με αρκετούς αγνώστους καλείται να λύσει ο γερμανογαλλικός άξονας, καθώς αναζητεί βιώσιμη λύση στο πρόβλημα χρέους της Ελλάδας που δεν θα αμφισβητηθεί από τις αγορές, όπως συνέβη με τις αποφάσεις της συνόδου κορυφής της 21ης Ιουλίου, και δεν θα οδηγεί σε...
αύξηση της χρηματοδότησης προς τη χώρα από το EFSF.
 

 Η επιδείνωση των μακροοικονομικών συνθηκών της Ελλάδας σε συνδυασμό με τη μεγάλη υποχώρηση των μακροπρόθεσμων επιτοκίων στην αγορά και τη μορφή που πήρε η συμμετοχή των ιδιωτών στο πρόγραμμα ανταλλαγής ομολόγων, έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στην αλλαγή της στάσης της Γερμανίας. Υπενθυμίζεται, ότι οι νέες εκτιμήσεις του ΔΝΤ θέλουν την ελληνική οικονομία σε ύφεση το 2012, αντί ανάκαμψης 0,6% όπως εκτιμάτο στις 21 Ιουλίου, ενώ έχουν αναθεωρηθεί προς τα πάνω τα δημοσιονομικά ελλείμματα του 2011 και του 2012. Επομένως, οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας θα ήταν μεγαλύτερες, σε σχέση με εκείνες που προβλέπονταν όταν λήφθηκαν οι αποφάσεις της 21ης Ιουλίου.

Επιπλέον, το διάστημα που μεσολάβησε τα μακροπρόθεσμα επιτόκια υποχώρησαν αρκετά. 

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η Ελλάδα να χρειάζεται πάνω από 50 δισ. ευρώ για να εγγυηθεί στη λήξη τα κεφάλαια των νέων ομολόγων ύψους 135 δισ. ευρώ που θα εξέδιδε προς αντικατάσταση των υφιστάμενων έναντι 35 δισ. ευρώ περίπου στις 21 Ιουλίου. Τα λεφτά θα πήγαιναν στα ομόλογα μηδενικού επιτοκίου με αξιολόγηση «ΑΑΑ» του EFSF που θα εγγυώντο την πληρωμή της ονομαστικής αξίας των νέων ελληνικών ομολόγων.

Σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, η μεγάλη πλειονότητα των ιδιωτών επέλεξε να ανταλλάξει τα υφιστάμενα ομόλογα με νέα 30ετή στην ονομαστική αξία, αντί να προτιμήσει να τα ανταλλάξει με άλλα ομόλογα που πλήρωναν μικρότερο ποσό στη λήξη. 

Από την άλλη πλευρά, η σημαντική πτώση των τιμών των ελληνικών ομολόγων στο διάστημα που μεσολάβησε θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγαλύτερη μείωση του χρέους από το πρόγραμμα επαναγοράς ομολόγων αρχικού ύψους 20 δισ. ευρώ.

Τι συμβαίνει τώρα. 

Διορατικοί αναλυτές, οι οποίοι προέβλεπαν την αλλαγή της στάσης της Γερμανίας πριν εκδηλωθεί δημοσίως, επικαλούμενοι τα ανωτέρω, θεωρούν βέβαιο ότι θα υπάρξουν σημαντικές αλλαγές στο 2ο πακέτο στήριξης. 
Ολες οι συγκλίνουσες πληροφορίες οδηγούν στο συμπέρασμα, ότι η λύση που θα επιλεγεί από τη Γερμανία σε συμφωνία με τη Γαλλία, θα περιλαμβάνει μεγαλύτερη μείωση στο δημόσιο χρέος ως προς το ΑΕΠ της χώρας σε σχέση με αυτό που προέκυπτε με βάση τις αποφάσεις της 21ης Ιουλίου.

Υπενθυμίζεται, ότι οι τότε αποφάσεις οδηγούσαν σε μείωση του καθαρού (net) δημόσιου χρέους κατά 26 δισ. ευρώ ή 12 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ εκ των οποίων τα μισά θα προέκυπταν από το πρόγραμμα ανταλλαγής και τα υπόλοιπα από το πρόγραμμα επαναγοράς ομολόγων. 

Ομως, στο καθαρό χρέος δεν λαμβάνεται υπόψη ο προαναφερθείς δανεισμός των 35 δισ. ευρώ για την αγορά των ενεχύρων (ομόλογα μηδενικού επιτοκίου με αξιολόγηση ΑΑΑ) που θα εγγυώντο το κεφάλαιο των νέων ομολόγων στο πλαίσιο του αρχικού PSI. 
Πρέπει να θεωρείται πολύ πιθανό έως σίγουρο, ότι όλα τα ελληνικά ομόλογα, εκτός πιθανώς των εντόκων γραμματίων και των διεθνών ομολόγων που διέπονται από το αγγλικό νομικό δίκαιο, θα συμπεριληφθούν στην επικείμενη αναδιάρθρωση του χρέους, ενώ στο αρχικό πρόγραμμα PSI μπορούσαν να συμμετάσχουν τα ομόλογα που έληγαν μέχρι το 2020.

Αυτό σημαίνει, ότι ελληνικά ομόλογα ονομαστικής αξίας 200 δισ. ευρώ περίπου θα είναι υποψήφια προς αναδιάρθρωση. 

Ομως, δεν αποκλείεται να επιμηκυνθεί η διάρκεια ή να μειωθεί το επιτόκιο σε όλα ή μέρος από τα διμερή δάνεια ύψους 48 δισ. ευρώ περίπου που έχει λάβει η Ελλάδα από χώρες της ευρωζώνης. 
 Θεωρείται σίγουρο, ότι η αναδιάρθρωση δεν θα ακουμπήσει τα δάνεια του ΔΝΤ ύψους 18 δισ. ευρώ περίπου, ενώ παραμένει αμφίβολο αν θα συμμετάσχουν και υπό ποια μορφή τα ομόλογα ονομαστικής αξίας 50-60 δισ. ευρώ που κατέχει η ΕΚΤ.

Αναλυτές συμφωνούν, ότι όσο μεγαλύτερη είναι η συμμετοχή από Ε.Ε. και ΕΚΤ στην αναδιάρθρωση του χρέους τόσο μικρότερες μπορεί να είναι οι απώλειες για τους ιδιώτες, στο πλαίσιο μιας βιώσιμης λύσης που δεν θα αμφισβητηθεί από την αγορά. 

Αγνωστη παράμετρος παραμένει το μέγεθος του προγράμματος επαναγοράς ελληνικών ομολόγων. Αν διπλασιασθεί στα 40 δισ. ευρώ, η μείωση του χρέους μπορεί να ανέλθει σε 24 δισ. ευρώ ή 10 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ έναντι 12 δισ. ευρώ περίπου με βάση τις αποφάσεις της 21ης Ιουλίου.

Σε κάθε περίπτωση, οι απώλειες των ιδιωτών, π.χ. των τραπεζών, θα είναι σίγουρα μεγαλύτερες από τις θεωρητικές του 21% στο αρχικό πρόγραμμα ανταλλαγής ομολόγων του Ιουλίου. Οι περισσότεροι θεωρούν, ότι οι απώλειες πρέπει να φθάσουν το 60% αν δεν συμμετάσχουν οι επίσημοι πιστωτές και πιθανόν στο 40% αν υπάρξει συμμετοχή του επίσημου τομέα στην αναδιάρθρωση με το πρόγραμμα επαναγοράς ομολόγων αμετάβλητο στα 20 δισ. ευρώ.

Το «σπάσιμο» των απωλειών των ομολογιούχων θα δείξει σε ποιο βαθμό θα μειωθεί το ελληνικό χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ και ποια θα είναι η ετήσια εξοικονόμηση του προϋπολογισμού από τόκους.

Αν το μεγαλύτερο μέρος των απωλειών οφείλεται στο «κούρεμα» της ονομαστικής αξίας των νέων ομολόγων που θα ανταλλαχθούν με τα υφιστάμενα, τότε η μείωση του χρέους προς το ΑΕΠ θα είναι μεγαλύτερη. 

Αν όμως οι απώλειες οφείλονται κυρίως στο χαμηλότερο κουπόνι των νέων ομολόγων και στην περαιτέρω επιμήκυνση της ζωής τους, π.χ. 40 χρόνια, τα οφέλη θα προέλθουν κυρίως από τη μείωση των τόκων.

Οσο πάντως αυξάνεται το ποσοστό των απωλειών που θα υποστούν οι ιδιώτες, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να χάσει η ανταλλαγή ομολόγων τον «εθελοντικό» χαρακτήρα της και να επιβληθεί από την Ελλάδα, οπότε θα χαρακτηρισθεί «πιστωτικό συμβάν».

Σ' αυτή την περίπτωση, όσοι είχαν σπεκουλάρει στη χρεοκοπία τα Ελλάδας μέσω των CDS θα πληρωθούν. Η ΕΚΤ είναι έντονα αντίθετη σε μια τέτοια εξέλιξη, γιατί φοβάται εξάπλωση της κρίσης σε όλο το τραπεζικό σύστημα της ευρωζώνης. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που πολλοί επιθυμούν την αύξηση της χρηματοδοτικής δύναμης του EFSF.

Σε γενικές γραμμές, η βιώσιμη λύση συνδέεται με την επίτευξη διατηρήσιμων πρωτογενών πλεονασμάτων ως ποσοστό του ΑΕΠ για μεγάλο χρονικό διάστημα, που θα μείωναν τον λόγο χρέος/ΑΕΠ στο 100% ή 80% ή 60% με βάση κάποιες λογικές παραδοχές για τον ρυθμό ανάπτυξης και το μέσο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους.


ΠΗΓΗ: enet.gr