1 Απρ 2020

Η (αν)ιερη αγανάκτηση του τραπεζίτη


Νικόλ Λειβαδάρη

Είχε κάτι από ιερή αγανάκτηση η φωνή και το ύφος της εκπροσώπου της Ένωσης Τραπεζών χθες. Η κυρία Χαρά Απαλαγάκη, καθισμένη δίπλα στον καθηγητή Σωτήρη Τσιόδρα και τον υφυπουργό Προστασίας του Πολίτη Νίκο Χαρδαλιά, πήρε τον λόγο για να εξηγήσει, γιατί ήταν απαράδεκτη η εικόνα με τις ουρές των ηλικιωμένων, που περίμεναν να...


πληρώσουν ή να πληρωθούν, έξω από τις τράπεζες. Και είπε, πως πρόκειται για μια εικόνα που «δεν δικαιολογείται, μετά την πρόνοια και τα μέτρα που έχει λάβει το σύνολο του τραπεζικού συστήματος».

Η εκπρόσωπος των τραπεζών είπε, επίσης, πως «χρειαζόμαστε πειθαρχημένη συμπεριφορά» («χρειαζόμαστε πειθαρχημένη ελευθερία, για να έχουμε μελλοντικά μια πλήρη ελευθερία»). Ουδεμία αντίρρηση, εάν δεν έλεγε και τα όσα ακολούθησαν στην συνέχεια. Τα οποία συνοψίζονται, στο ότι όλοι έχουν πια κάρτα και ηλεκτρονικό υπολογιστή στο σπίτι τους, ότι οι τράπεζες χρησιμοποίησαν όλες τις δυνατότητες που δίνει η τεχνολογία και τα σύγχρονα συστήματα για την διαχείριση των έκτακτων συνθηκών της πανδημίας και ότι από την πρώτη στιγμή της κρίσης κάλεσαν όλους τους πολίτες «ανεξαρτήτως επιπέδου» (μάλλον με προφανή ταξική γενναιοδωρία εδώ) «να συνεχίσουν την ζωή τους, χωρίς να πάνε όλοι στο κατάστημα». Όμως, όπως τόνισε, «πληρωμές που έπρεπε να γίνουν με όλα αυτά τα μέσα, χθες έγιναν με ουρές. Ουρές που αδικούν το υψηλό ψηφιακό και τεχνολογικό επίπεδο, που έχει η χώρα και οι τράπεζες. Και δείχνουν, ότι δεν ξέρουμε πως πρέπει να κάνουμε την συναλλαγή μας σε περιστάσεις εξαιρετικά ευαίσθητες».

Είναι αξιέπαινη όντως η ευαισθησία που δείχνουν οι τράπεζες για την προάσπιση της δημόσιας υγείας, καθώς και η σπουδή τους να νουθετήσουν τους ανεύθυνους ηλικιωμένους. Και είναι, όντως, κατάφωρη αδικία να μην αναγνωρίζεται η τεχνολογική και διαδραστική αναβάθμιση των εγχώριων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (πόσο μάλλον, αφού είναι γνωστό τοις πάσι, πως όλοι οι παππούδες και οι γιαγιάδες στην Ελλάδα κοιμούνται και ξυπνάνε αγκαλιά με το τάμπλετ, κι έχουν εικόνισμα τους κωδικούς του e-banking δίπλα στα χάπια, στο κομοδίνο).

Θα ήταν όμως εξίσου αξιέπαινο, εάν, πέραν του να κουνούν το δάχτυλο, οι τράπεζες εξηγούσαν και τι ακριβώς σκοπεύουν να κάνουν οι ίδιες, για να διευκολύνουν τους (υπεύθυνους στην πλειοψηφία τους και απερίσκεπτους σε μια ελάχιστη μειοψηφία) πελάτες τους εν μέσω ενός ιστορικού, κοινωνικού και οικονομικού, σοκ.

Απλή υπενθύμιση για το ελάχιστο που θα μπορούσαν να κάνουν, είναι οι ατελείωτες, και όχι αμελητέες, χρεώσεις και προμήθειες που παραμένουν σε ισχύ στις συναλλαγές μεταξύ τραπεζών παρά τις «εξαιρετικά ευαίσθητες περιστάσεις»: Για ανάληψη μετρητών μέσω ΑΤΜ από το δίκτυο άλλης τράπεζας η προμήθεια εξακολουθεί να κυμαίνεται από 2,5 έως 3,75 ευρώ. Αντίστοιχα, η ερώτηση υπολοίπου για λογαριασμούς σε άλλες τράπεζες κοστίζει από 0,18 έως 0,20 ευρώ. Η αντικατάσταση χρεωστικής κάρτας, ακόμη και σε περίπτωση κλοπής, χρεώνεται από 5 έως 6 ευρώ. Οι πληρωμές τρίτων μέσω e-banking, άκόμη και σε δημόσιους φορείς όπως ο ΕΦΚΑ, κοστίζουν 0,5 ευρώ ανά συναλλαγή. Και οι πληρωμές του Δημοσίου μέσω τράπεζας  (από φόρο εισοδήματος έως ΕΝΦΙΑ) ανάλογα με τον τρόπο καταβολής έχουν προμήθεια από 1 έως 2 ευρώ.

Πιθανώς να πρόκειται για «ψιχία», μιλώντας με τραπεζικά μεγέθη. Πιθανώς, όμως, για τον συνταξιούχο των 500 ευρώ τον μήνα τα 5 ευρώ να είναι σεβαστό ποσό. Τόσο, που να ρισκάρει τον «απερίσκεπτο» συνωστισμό του σε ουρές εν μέσω πανδημίας και μαζικής οικονομικής αβεβαιότητας. Πιθανώς επίσης η υψηλή εταιρική και κοινωνική υπευθυνότητα των τραπεζών να γινόταν περισσότερο ευδιάκριτη, εάν πάγωναν, για δύο ή τρεις μήνες, τις πληρωμές των δόσεων για τους συνεπείς έστω δανειολήπτες τους.

Επ’ αυτού οι συστάσεις και παρακλήσεις της κυβέρνησης εξακολουθούν να πέφτουν στο κενό. Ενδεχομένως, γιατί ουδείς μέχρι τώρα δεν κούνησε το δάχτυλο και προς τις τράπεζες. Και δεν φρόντισε να τους θυμίσει, πως δεν τους ζητείται «ευαισθησία» αλλά αποπληρωμή κοινωνικού χρέους: Αποπληρωμή έναντι των τριών ανακεφαλαιοποιήσεων με ζεστό χρήμα 64 δισ. ευρώ που έγιναν την τελευταία δεκαετία και τις κράτησαν ζωντανές και κερδοφόρες. Εξ αυτών, τα 45,4 δισ. ευρώ τους τα έδωσε το ελληνικό Δημόσιο - δηλαδή, οι Έλληνες φορολογούμενοι που συνωστίζονταν, είτε από φόβο είτε από ανάγκη, είτε από άγνοια, στις χθεσινές ουρές…