16 Φεβ 2020

Η νέα στρατηγική Μητσοτάκη και η πρόκληση για τον Τσίπρα


Νικόλ Λειβαδάρη
Η πολιτική κυριαρχία της ΝΔ παραμένει καθαρή στις δημοσκοπήσεις, όπως και η επικράτηση της ατζέντας Μητσοτάκη. Εξίσου καθαρά όμως στις μετρήσεις του τελευταίου διαστήματος είναι και τα σήματα, που δείχνουν, ότι η κυβέρνηση οδεύει προς το μετεκλογικό σημείο καμπής. 


Το αδιέξοδο του προσφυγικού την φέρνει αντιμέτωπη με τις τοπικές κοινωνίες στα νησιά και με προνομιακά για εκείνη εκλογικά κοινά, οι δεσμοί της με τα εθνικοπατριωτικά ακροατήρια της βορείου Ελλάδος δοκιμάζονται (βοηθούντος και του Αντώνη Σαμαρά) μετά την ολοκληρωτική στροφή στο μακεδονικό και την ήπια προσέγγιση στα ελληνοτουρκικά, και το ραντεβού με την «επενδυτική έκρηξη» παίρνει αναβολές υψηλού ρίσκου.

Ή, άλλως, η πτώση της απόδοσης του 10ετούς ομολόγου κάτω από το 1% μπορεί όντως να διαμορφώνει συνθήκες μιας νέας δυναμικής για την οικονομία (η δυναμική αυτή, όμως, έχει ακόμη πολύ δρόμο μπροστά, για να αγγίξει τους μικρομεσαίους που ψήφισαν την ΝΔ για να τους μειώσει τους φόρους).

Παραπλεύρως, στις ίδιες δημοσκοπήσεις αρχίζει να γίνεται ορατή η ανάκαμψη του Αλέξη Τσίπρα. Παρά την ανοιχτή ακόμη ψαλίδα, η δημοτικότητα του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης ανεβαίνει και το προσωπικό πολιτικό του κεφάλαιο δείχνει ισχυρές αντοχές, τηρουμένων των αναλογιών μιας τετραετούς μνημονιακής διακυβέρνησης και μιας νωπής εκλογικής ήττας.

Οι δύο επιλογές του Μαξίμου

Όλα αυτά μελετώνται και αξιολογούνται ενδελεχώς στο Μαξίμου. Και μέχρι στιγμής έχουν οδηγήσει σε δύο κεντρικές επιλογές τακτικής
Η πρώτη είναι η εγκατάλειψη των σεναρίων και των εισηγήσεων για εκλογικό αιφνιδιασμό με διπλές κάλπες μέσα στο 2020. Μπορεί κάποιοι από τους εμπνευστές της πρότασης, με στόχο να «καεί» η απλή αναλογική και να «τελειώσει οριστικά ο Τσίπρας», να κρατούν ακόμη την προοπτική ζεστή, στο στενό επιτελείο Μητσοτάκη όμως κυριαρχεί πλέον η άποψη, πως πρόκειται για κίνηση «αστάθμητου πολιτικού ρίσκου». Διότι ουδείς, ούτε οι δημοσκοπήσεις με τις διαφορές των 13 και 15 μονάδων, εγγυώνται, ότι η ΝΔ σε ρευστό κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον θα ξαναπετύχει την αυτοδυναμία, ακόμη και στις δεύτερες εκλογές που θα γίνουν με ενισχυμένη αναλογική. Και η αυτοδυναμία, σε μια απόφαση αιφνιδιασμού με διπλές υπερπρόωρες κάλπες, θα αποτελούσε στόχο εκ των ων ουκ άνευ για τον Κυριάκο Μητοτσοτάκη και για την μη αμφισβήτηση της ηγεσίας του (πόσο, μάλλον, που ο Αντώνης Σαμαράς καραδοκεί πλέον, άνευ προσχημάτων, με το όπλο παρά πόδα).

Η δεύτερη επιλογή του Μαξίμου είναι η επιχείρηση φθοράς προσωπικά του Αλέξη Τσίπρα. Είτε με την προσπάθεια να χρεωθεί «ανεύθυνη αντιπολίτευση», είτε με την επιδίωξη να εμφανιστεί ως ο αδύναμος και αμφισβητούμενος ηγέτης ενός «σπαρασσόμενου κόμματος». Εξ ου και η διαρκής ανάδειξη από την ΝΔ της (υπαρκτής) εσωστρέφειας στον ΣΥΡΙΖΑ, εξ ου και η ανακύκλωση σεναρίων και δημοσιευμάτων περί των (μη υπαρκτών) «ηγετικών βλέψεων» Τσακαλώτου. Είναι μια επιχείρηση, που η κλιμάκωσή της αποτυπώνεται εσχάτως σε όλα τα πεδία, θεσμικά και μη, από την υπόδειξη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Βουλή προς τον Αλέξη Τσίπρα ότι θα έπρεπε να έχει παραιτηθεί αναλαμβάνοντας την ευθύνη της εκλογικής ήττας, έως την οργάνωση ψηφοφοριών από τα κομματικά trolls στα social media για το… εάν πρέπει να ηγηθεί του ΣΥΡΙΖΑ ο Τσίπρας ή ο Τσακαλώτος.

Η στόχευση

Η όλη στρατηγική της ΝΔ έχει εμφανή στόχευση: Να αγοράσει χρόνο και να παρατείνει την περίοδο ανοχής, να φθείρει υπόγεια και να απαξιώσει τον αντίπαλο, και να διαμορφώσει ευνοϊκές συνθήκες αντεπίθεσης σε βολική συγκυρία– όταν θα έχουν μειωθεί οι στόχοι για τα πλεονάσματα και θα υπάρχει διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος για παροχές, πέραν των επιχειρήσεων, και στα μικρομεσαία στρώματα. Διότι στο Μαξίμου γνωρίζουν, ότι το προσφυγικό και η ασφάλεια μπορεί να δημιουργούν «κλίμα», αλλά και οι επόμενες εκλογές (όποτε κι εάν γίνουν) θα κριθούν ξανά στην οικονομία.

Η απάντηση (;) του ΣΥΡΙΖΑ

Η τύχη του εν λόγω σχεδιασμού εξαρτάται από δύο παράγοντες. Ο ένας είναι το… ατύχημα, που, μέχρι στιγμής, καμία κυβέρνηση δεν έχει αποφύγει. Ο δεύτερος είναι οι επιλογές του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ και η ικανότητά του να καταθέσει, έγκαιρα και καθαρά, εναλλακτική και προγραμματική πρόταση.

Χθες, ο Αλέξης Τσίπρας έδειξε, πως έχει επίγνωση αυτής της πρόκλησης. Και η ομιλία του στην Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ είχε στοιχεία κομματικών ισορροπιών, είχε όμως και καίριες πολιτικές αλήθειες.

Είναι αλήθεια, για παράδειγμα, ότι η αποτίμηση και ο απολογισμός της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ (λιγότερο ή περισσότερος τολμηρός) μπορεί να αποτελέσει ένα γόνιμο βήμα. Ένα βήμα, που δεν έκανε κανένα άλλο κυβερνητικό κόμμα στο παρελθόν.
Είναι όμως επίσης αλήθεια, πως οι πολίτες που καταψήφισαν ή εγκατέλειψαν τον ΣΥΡΙΖΑ στις 7 Ιουλίου ξέρουν ήδη πολύ καλά, γιατί το έκαναν. Και περιμένουν να ακούσουν, γιατί πρέπει, εάν πρέπει, να τον εμπιστευτούν ξανά. Και δεν θα περιμένουν για πολύ – ο πολιτικός χρόνος άλλωστε και οι εκλογικοί δεσμοί έχουν γίνει, προ πολλού, έννοιες σχετικές. Πόσο μάλλον αφού, επίσης όπως είπε χθες ο Αλέξης Τσίπρας, «μπορεί να καταφέρνουμε να εκφράζουμε και να εκπροσωπούμε μεγάλα τμήματα των λαϊκών τάξεων, αλλά δεν είμαστε ακόμη το κόμμα των λαϊκών τάξεων και της νεολαίας»…


ΠΗΓΗ: tvxs.gr