25 Ιουλ 2019

«…Μακροπρόθεσμα είμαστε όλοι νεκροί…», απάντηση στον κ. Α. Παπανδρόπουλο.


Του Όθωνα Κουμαρέλλα
Μερικές σκόρπιες παρατηρήσεις, ως απάντηση στο άρθρο του κυρίου Α. Παπανδρόπουλου που δημοσιεύτηκε στο euro2day.gr.
Πρώτον, δεν θα ερμηνεύσω εγώ, το τι εννοούσε ο Κέϋνς με τη φράση «…μακροπρόθεσμα είμαστε όλοι νεκροί…». Εκείνο όμως που σίγουρα δεν εισήγαγε, είναι η έννοια του θανάτου στην οικονομική λειτουργία.


Διότι, εάν εξαιρέσουμε τη λειτουργία μιας επιχείρησης, που όντως μπορεί να δημιουργηθεί, να μεγαλώσει, να ακμάσει και τελικά παρακμάζοντας να «πεθάνει», η οικονομική λειτουργία εν τω συνόλω της, θα είναι εδώ ολοζώντανη, όσο θα υπάρχει ανθρώπινη κοινωνία. Με εξάρσεις και υφέσεις, με γεννήσεις και θανάτους. Όπως ακριβώς η ανθρώπινη κοινωνία ως ζωντανός οργανισμός πορεύεται.
Η προσπάθεια «μαθηματικοποίησης» της ανθρώπινης συμπεριφοράς με βάση την κλασσική οικονομική θεωρία και η προσπάθεια πρόβλεψης του μέλλοντος έχει αποτύχει παταγωδώς παρά την ιδεοληπτική εμμονή σε αυτήν μεγάλης μερίδας οικονομολόγων. Δεν γνωρίζω, εάν ο Κέϋνς ήταν διάνοια, αλλά σίγουρα ήταν ένας πολύ πρακτικός άνθρωπος και η σκέψη του οδηγούνταν από τις πραγματικότητες γύρω του και όχι από εγκεφαλικά κατασκευάσματα αμπελοφιλοσοφούντων.

Δεύτερον, επίσης σωστά ο Κέϋνς καταφέρεται εναντίον του αποθησαυρισμού. Διότι το χρήμα εφευρέθηκε ως συναλλακτικό μέσο και αυτή οφείλει να είναι η κύρια λειτουργία του. Η αποταμίευση σε ένα λογικό ποσοστό του εισοδήματος των νοικοκυριών, αλλά και των κερδών των επιχειρήσεων, για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών, δεν είναι κακή. Η υπερσυγκέντρωση όμως μεγάλων ποσών είτε σε καθαρό χρήμα, είτε κυρίως σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα, που στερούν χρηματοδοτικούς πόρους από την πραγματική οικονομία, προφανώς και θα πρέπει να είναι απευκταία.

Ο χρυσούς κανών

Τρίτον, ο «χρυσούς κανών» (Gold Standard), ως σύστημα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών, μπορεί να διευκόλυνε πολύ την ελεύθερη διακίνηση των εμπορευμάτων, οδήγησε όμως σε μεγάλες ανισορροπίες μεταξύ των ισχυρότερων και των ασθενέστερων κρατών, σε βάρος των δεύτερων, επιβάλλοντας κανόνες αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ τους. Αφού οι ασθενέστερες χώρες δεν διέθεταν κατάλληλα νομισματικά εργαλεία για να ενισχύσουν την οικονομία τους, η οποία παρέμενε μη ανταγωνιστική και άρα ελλειματική, και έτσι κατέφευγαν αναγκαστικά σε εξωτερικό δανεισμό και σε πτωχεύσεις. Συνεπώς ο Κέϋνς και σε αυτό είχε δίκιο. Η κατάργηση του χρυσού κανόνα έδωσε διεξόδους και λύσεις, που ήταν αδιανόητες την προηγούμενη περίοδο.
Παρ’ όλα αυτά, κι επειδή οι άνθρωποι δεν βάζουν ποτέ μυαλό τυφλωμένοι από την αδηφάγο απληστία τους, επανέφεραν τον χρυσό κανόνα με τη δημιουργία του ευρώ στην Ε.Ε. εξασφαλίζοντας μια ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλιά της. Είκοσι χρόνια τώρα και μόνον οι ημιμαθείς νεοφιλελέδες δεν βλέπουν τα καταστροφικά αποτελέσματα που έφερε το ευρώ, με τον τρόπο που δημιουργήθηκε, οδηγώντας σταδιακά την ευρωζώνη και τις χώρες της στο περιθώριο των διεθνών εξελίξεων στην οικονομία και τη γεωπολιτική.

Η αόρατος χείρ

Τέταρτον, το καλαμπούρι με το «αόρατο χέρι» επί τέλους κάποτε θα πρέπει να τελειώσει. Προφανώς δεν υπάρχει κάποιο τέτοιο χέρι, παρά μόνο για τους πρωτόγονους που εκστασιάζονται με χάντρες και με καθρεφτάκια. Η «μεταφορά» που χρησιμοποίησε ο Άνταμ Σμιθ, για να καταδείξει, ότι ενίοτε η προσπάθεια για προσωπικό όφελος, λειτουργεί και υπέρ του συνόλου, δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει καθολική ισχύ. Ποτέ δεν το εννόησε ο ίδιος. Ούτε μια οικονομία που αντιμετωπίζει προβλήματα ύφεσης, ή άλλα, μπορεί να αναμένει το πότε οι επί μέρους δράσεις προσώπων που προσδοκούν κέρδος θα επιδράσουν (παρεμπιπτόντως) θετικά στην οικονομία και θα επιλύσουν προβλήματα. Συνεπώς, ως πρακτικός άνθρωπος ο Κέϋνς, σωστά πρότεινε τον παρεμβατικό ρόλο του κράτους, ως το μόνο πραγματικό «χέρι» που μπορεί να προσφέρει θετικά. Μέχρι σήμερα δεν έχει ανακαλυφθεί κάτι άλλο. Από την εποχή που οι κοινωνίες πέρασαν από τα γένη σε πιο οργανωμένες και ευμεγέθεις κοινότητες, το κράτος ήταν αυτό που δημιουργήθηκε, για να διασφαλίσει τις κοινωνικές ισορροπίες, την ασφάλεια και την πρόοδο. Το πόσο δημοκρατικά οργανωμένο θα μπορούσε να ήταν αυτό το κράτος, ή όχι και το κατά πόσο ανταποκρίνονταν πάντα στο ρόλο του, είναι άλλης κατηγορίας ζήτημα και δεν αφορά στο θέμα μας.

Πέμπτον, φυσικά οι ημιμαθείς και ιδεοληπτικοί νεοφιλελεύθεροι αρνούνται την παραμικρή παρέμβαση του κράτους, παρά μόνον για την επιβολή «σιδηρών» κανόνων προστασίας του ανταγωνισμού (ορντολιμπεραλισμός). Ενός ανταγωνισμού μεταξύ ανισοδυνάμων «παικτών» που καταλήγει τελικά και πάντα στη μονοπωλιακή επικράτηση του ισχυρότερου (πχ στην ευρωζώνη η Γερμανία). Αλλά και στις περίφημες «ελεύθερες» αγορές το ίδιο ισχύει. Ο νόμος της ζούγκλας….

Η ζήτηση ως ο βασικός μοχλός της οικονομικής λειτουργίας

Έκτον, οι ίδιοι ιδεοληπτικοί σε βαθμό θρησκοληψίας (και γι’ αυτό fake επιστήμονες, παρά τα πτυχία και τα ντοκτορά τους) αγνοούν τη βασική αρχή λειτουργίας μιας κοινωνίας, που επιδιώκει την επιβίωση και την ανάπτυξή της. Ότι, δηλαδή, η ικανοποίηση της ανάγκης των ανθρώπων έφερε την παραγωγή κι όχι το αντίστροφο. Συνεπώς, είναι η ζήτηση που πρέπει να ιδωθεί ως η κινητήρια δύναμη της οικονομικής λειτουργίας, όπως σωστά κατέδειξε ο Κέϋνς.
Και για να υπάρξει ζήτηση, θα πρέπει να υπάρξει εισόδημα, το οποίο θα διευκολύνει τα νοικοκυριά να καταναλώσουν, για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους και να αναθερμάνουν έτσι την παραγωγική διαδικασία. Χωρίς εισόδημα, δηλαδή δαπάνη από αυτούς που μπορούν να το παρέχουν, δεν γίνεται! Το εάν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις ρέπουν πολλές φορές προς την αποταμίευση, οφείλεται στην ανασφάλειά τους, για το αν θα μπορούν να συνεχίσουν και στο μέλλον να ικανοποιούν τις ανάγκες τους. Γι’ αυτό χρειάζεται η παρέμβαση του κράτους, που δαπανώντας πρώτο, θα θέσει σε λειτουργία την παραγωγική μηχανή, εγγυώμενο ταυτόχρονα τη σταθερότητα στην αγοραστική δύναμη των εισοδημάτων, καλλιεργώντας προσδοκίες αύξησής τους.
Βεβαίως, η θεολογία του ραντιέρη, που δεν δίνει ούτε τον πυρετό του, δεν επιτρέπει δαπάνη για παροχή εισοδήματος. Πολύ περισσότερο που η υποκατάσταση της πραγματικής οικονομίας από την ψευδοοικονομία του χρηματοπιστωτικού παγκόσμιου «υπερκράτους» εξασφαλίζει υπερκέρδη κανιβαλίζοντας την ίδια την οικονομία. Η δε κρίση υπερπαραγωγής οδήγησε στην υπερσυσσώρευση και στις χρηματοπιστωτικές φούσκες, που όταν σκάσουν, δεν ξέρουμε που θα βρουν τόπο να κρυφτούν οι θιασώτες αυτής της υπερσυσσώρευσης. Οι επιπτώσεις, όμως, ενός τέτοιου κραχ θα πέσουν στα κεφάλια όλων μας, με τον πόλεμο ίσως το μόνο μέσο που απομένει για την μαζική καταστροφή κεφαλαίων, για να υπάρξει κάποτε (και εάν έχει μείνει κολυμπηθρόξυλο επί της γης) μια νέα αρχή…

Ενδεχομένως, έτσι η ρήση του Κέϋνς ότι «μακροπρόθεσμα θα είμαστε όλοι νεκροί», να αποδειχθεί ρεαλιστικότατη προφητεία και η καταστροφή θα επιφέρει το οριστικό τέλος της ανθρώπινης κοινωνίας και συνεπώς της οικονομικής λειτουργίας, όπως ο κ. Παπανδρόπουλος θέλει να τον ερμηνεύει.

Η πομφόλυγα της αυτορύθμισης των αγορών

Έβδομον, η αγορά αποτυγχάνει γενικώς και όχι κατά τον Κέϋνς, που τόλμησε να πει τα πράγματα με το όνομά τους. Η αυτορύθμιση των αγορών είναι μια πομφόλυγα των κερδοσκόπων και όσων οικονομολόγων έχουν αποδεχθεί το ρόλο του αχθοφόρου των ραντιέρηδων. Τόσο απλά!

Θα πει κάποιος, ότι αυτό αποτελεί αφορισμό κι όχι επιχείρημα. Σωστό. Ας δούμε λοιπόν το επιχείρημα:
Ακόμη κι αν θεωρήσουμε, ότι όλοι οι συμμετέχοντες στον αγοραίο ανταγωνισμό εκκινούν από την ίδια αφετηρία, διαθέτοντας τα ίδια σε ποσότητα και ποιότητα μέσα, για να ανταπεξέλθουν. Ακόμα κι αν θεωρήσουμε, ότι όλοι τους λειτουργούν με τον ίδιο ορθολογικό τρόπο και διαθέτουν αντίστοιχα ισοδύναμα συγκριτικά πλεονεκτήματα, είναι αδύνατο σε ένα επόμενο στάδιο να βρεθούν όλοι σε μια νέα ίδια αφετηρία μέσω μιας win-win διαδικασίας. Κάποιοι θα έχουν βρεθεί λίγο πιο μπροστά, κάποιοι άλλοι λίγο πιο πίσω. Αυτό είναι το λογικό. Αλλά και ο σκοπός του ανταγωνισμού. Αν το αποτέλεσμα θα ήταν ένα μηδενικό άθροισμα με το παραγόμενο έργο απόλυτα ισοκατανεμημένο μεταξύ των συμμετεχόντων, τότε θα βρισκόμασταν σε μια διαρκή στασιμότητα, ή σε μια θαυμάσια αρμονική ισορροπία, που στην πράξη ουδέποτε διαπιστώθηκε, αλλά και ουδέποτε ο ανταγωνισμός είχε αυτόν τον σκοπό. Αντίθετα, λοιπόν, πέρα από τις ονειρώξεις των νεοφιλελεύθερων «αιθεροβαμόνων», διαπιστώνονται οι μέγιστες ανισορροπίες και η έντονη τάση μονοπωλιακής επικράτησης!

Οι συμμετέχοντες σπάνια (αν όχι καθόλου) δεν εκκινούν από την ίδια αφετηρία. Καθόλου δεν διαθέτουν ισοδύναμα εργαλεία και συγκριτικά πλεονεκτήματα, ούτε αποφασίζουν με τον ίδιο ορθολογικό τρόπο. Έτσι, η χωρίς ρυθμιστικούς κανόνες «ελεύθερη» αγορά καταντά ρωμαϊκή αρένα, όπου ο ισχυρότερος κατισχύει του λιγότερο δυνατού. Ο πονηρότερος του απονήρευτου. Και ο ανέντιμος του εντίμου. Έτσι οι ανισορροπίες και οι κρίσεις που προκαλούν, καθίστανται αναπόφευκτες.
Το τι μπορεί να ισχυρίζονται οι θεολόγοι της «ελεύθερης» αγοράς, είναι η ίδια η πραγματικότητα που τους διαψεύδει συστηματικά. Για να υπάρξει πραγματικά ελεύθερος ανταγωνισμός και εξισορρόπηση στα αποτελέσματά του, έτσι ώστε ολόκληρη η κοινωνία να βγαίνει ωφελημένη, δεν αρκούν ψεύτικες αόρατες χείρες, αλλά μια πραγματική ρυθμιστική αρχή, που θα καθορίζει όρια και κανόνες και θα αναδιανέμει εν μέρει τουλάχιστον τον παραγόμενο πλούτο επαναφέροντας τις ισορροπίες που απαιτούνται, για να ευημερήσει η κοινωνία. Εδώ ακριβώς υπεισέρχεται ο ρόλος του κράτους.

Όγδοον, ομιλεί ο κ. Παπανδρόπουλος για αυτορυθμιστικούς μηχανισμούς του Σμιθ. Επιμένει δηλαδή σε δεισιδαίμονες δοξασίες περί ύπαρξης αοράτου χειρός. Αφέλεια; Αδυναμία κατανόησης της πραγματικότητας; Συμφέρον; Δεν σκοπεύουμε να κάνουμε δίκες προθέσεων στον οποιονδήποτε, ας αποφασίσει ο ίδιος τι του συμβαίνει.

Ένατον, παρερμηνεύοντας τον Κέϋνς, τον κατηγορεί, ότι με τις απόψεις του που έγιναν ευρέως αποδεκτές μετά την κρίση του 1929 και κυρίως μεταπολεμικά μέχρι τη δεκαετία του 1970, άνοιξε τις πόρτες στον υπερδανεισμό, ο οποίος (συμφωνούμε) είναι ο παραγωγός κερδοσκοπικών υπερφουσκών. Ο κ. Παπανδρόπουλος θέλει να αγνοεί προφανώς, ότι μέχρι τη δεκαετία του 1970, όπου επικράτησαν οι αντίθετες ιδέες που αναφέρονται στον νεοφιλελευθερισμό (θιασώτης του οποίου είναι ο ίδιος, όπως συμπεραίνεται) με τον Ρήγκαν και τη Θάτσερ, το παγκόσμιο δημόσιο, αλλά και ιδιωτικό χρέος, ήταν ελάχιστο σε σχέση με το σημερινό.

Δέκατον, η πραγματικότητα λοιπόν διαψεύδει κι εδώ τον περισπούδαστο αναλυτή. Είναι, ακριβώς, η απελευθέρωση των αγορών και η ασυδοσία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, που επικρατεί σε βάρος της πραγματικής οικονομίας, που προκαλεί τον υπερδανεισμό και τις φούσκες και καμία κεϋνσιανική πολιτική, που έχει εγκαταλειφθεί εδώ και δεκαετίες, στις περισσότερες χώρες του υπαρκτού καπιταλισμού.
Ομιλεί όμως ο κ. Παπανδρόπουλος ψέγοντας τους νεοκεϋνσιανιστές οικονομολόγους για αποπολιτικοποίηση των κεντρικών τραπεζών και για παραγωγή πληθωριστικού χρήματος. Οποία ομολογία!

Οι τράπεζες ως πολιτικοί δρώντες σε ρόλο πλήρους υποκατάστασης της πολιτικής! Η δημοκρατία λοιπόν στο απόσπασμα των ραντιέρηδων! Και το δέχεται ο κύριος αυτός! Να γιατί επιβλήθηκε με ύπουλο τρόπο και με την ψευδή υπόσχεση περί σύγκλισης των οικονομιών, το ευρώ με την εκχώρηση της νομισματικής κυριαρχίας. Να γιατί είναι απαγορευμένη κάθε συζήτηση για επιστροφή στο εθνικό μας νόμισμα. Δήθεν για να μην υπάρχουν ελλείμματα. Λες και με το εκδοτικό δικαίωμα στα χέρια μιας δημοκρατικής πολιτείας έχει νόημα το έλλειμμα, ή το πλεόνασμα στους προϋπολογισμούς. Για να μη ξοδεύουμε παραπάνω και χρεωνόμαστε. 
Μα τι νόημα έχει το χρέος σε ένα κράτος που εκδίδει το νόμισμά του; Τι ακριβώς έπαθε η Ιαπωνία με το υψηλότερο εσωτερικό χρέος στον κόσμο; Αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για τον φασισμό των αγορών, που επιβιώνουν σαν ζόμπι κατατρώγοντας τις σάρκες των κοινωνιών. Γι’ αυτό και κατασυκοφαντείται κάθε διαφορετική άποψη. Διότι και αυτή η αγοραία δικτατορία, όπως κάθε δικτατορία, τρέμει την αλήθεια και την αποκάλυψή της. Γι’ αυτό χρησιμοποιεί στρατιές έμμισθων κονδυλοφόρων, για να διαδίδουν τα επιστημονικοφανή ψεύδη τους.

Το παραμύθι του πληθωρισμού

Ομιλώντας όμως περί πληθωριστικού χρήματος αποδεικνύει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο την άγνοιά του για τα βασικά. Δεν θα του κάνουμε εδώ μάθημα, για το τι είναι ο πληθωρισμός και για το πως προκαλείται. Εξ άλλου αποδεικνύεται ανεπίδεκτος. Για τους άλλους όμως θα πούμε το απλό. Ο πληθωρισμός ουδόλως είναι νομισματικό φαινόμενο. Ο πληθωρισμός προκαλείται εάν και εφ’ όσον η προσφορά δηλαδή η παραγωγή αδυνατεί (πραγματικά, ή τεχνικά λόγω καρτελοποίησης της αγοράς), να καλύψει τις αυξανόμενες ανάγκες της ζήτησης, εάν υπάρχουν τέτοιες. Σε συνθήκες κρίσης υπερπαραγωγής και επί της ουσίας αποπληθωρισμού που βιώνουμε, η αύξηση της ζήτησης και μέσω αυτής μια μικρή άνοδος του πληθωρισμού θα λειτουργούσε ευεργετικά για την οικονομία, όπως οι σταγόνες της βροχής σε ένα ξεραμένο έδαφος. Εξ άλλου ο κ. Ντράγκι αυτό επεδίωξε με το γνωστό QE. Ωστόσο κι αυτή η «νομισματική χαλάρωση» έγινε πάλι με λάθος τρόπο, κι αντί τα τρις ευρώ που δημιουργήθηκαν εκ του μηδενός να κατευθυνθούν στην απ’ ευθείας ενίσχυση της ζήτησης μέσω των εισοδηματικών ενισχύσεων και της αύξησης των δημοσίων δαπανών, κατευθύνθηκαν στις τράπεζες και τα κερδοσκοπικά τους παίγνια.

Τέλος, δεν γνωρίζω, αν θα τρίζουν τα κόκκαλα του Κέϋνς με τους υποστηρικτές των θέσεών του, είμαι σίγουρος όμως, ότι τρίζουν τα κόκκαλα του Άνταμ Σμιθ και του Ρικάρντο με αυτούς που τους επικαλούνται, για να επιβάλλουν τη μαφιόζικη λογική τους στην κοινωνία.

iskra.gr