12 Νοε 2015

Μία εικόνα 1000 λέξεις: Η φωτογραφία που άλλαξε την ιστορία του μαραθωνίου

1967. Οι γυναίκες ψηφίζουν, εργάζονται, οδηγούν, καπνίζουν, χωρίζουν, αλλά δεν μπορούν να τρέξουν σε μαραθώνιο. Η μεγαλύτερη απόσταση που τρέχουν σε...

 Ολυμπιακούς Αγώνες είναι τα 800 μέτρα, καθώς οι επιστήμονες (που την γνώμη τους συμμερίζονταν οι άρχοντες του αθλητισμού), έλεγαν ότι οι γυναίκες δεν είναι από την φύση εξοπλισμένες να αντέξουν τις κακουχίες και με την καταπόνηση κινδύνευαν από αποκόλληση της μήτρας μέχρι να αρχίζουν να εμφανίζουν ανδρικά χαρακτηριστικά, όπως να βγάλουν τρίχες στο στήθος. Φυσικά ούτε συζήτηση για συμμετοχή τους σε μαραθώνιο, ακόμη και αν υπέγραφαν υπεύθυνη δήλωση ότι αναλαμβάνουν οι ίδιες την ευθύνη.

Το 1963 δύο «ακτιβίστριες» κρύφτηκαν πίσω από τους θάμνους στην έναρξη του μαραθωνίου του Western Hemisphere και έτρεξαν, με την μία να καταφέρνει να τερματίζει με ανεπίσημο χρόνο, 3:37:07. Τρία χρόνια αργότερα ακολουθώντας την ίδια στρατηγική η Μπόμπι Γκιμπς θα γίνει η πρώτη γυναίκα που θα τρέξει ανεπίσημα στον μαραθώνιο της Βοστώνης πετυχαίνοντας χρόνο 3:21:40.

Τα χρόνια εκείνα ο μαραθώνιος της Βοστώνης, ο μακροβιότερος ετήσιος μαραθώνιος, δεν ήταν δα και κάποια τεράστια διοργάνωση. Έτρεχαν κάτω από χίλιοι αθλητές – όλοι τους ερασιτέχνες εννοείται – και οι νικητές στην καλύτερη κέρδιζαν ένα μπολ με μοσχαρίσιο κρέας από τον τοπικό χορηγό. Η Κάθριν Σουάιτζερ η οποία είχε ασχοληθεί με το χόκεϊ στα χρόνια του κολεγίου στην Βιρτζίνια και αργότερα στο πανεπιστήμιο στον ανώμαλο δρόμο, εντυπωσιάστηκε από την προσπάθεια της Γκίμπς και αποφάσισε ότι την επόμενη χρονιά, το 1967, θα έτρεχε και αυτή στον μαραθώνιο της Βοστώνης. Την προετοιμασία της την ανέλαβε ο Άρνι Μπρίγκς, ένας ταχυδρόμος και βετεράνος του μαραθωνίου, ο οποίος μέσα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα κατάφερε να βελτιώσει την αντοχή της. Ο Μπριγκς όταν είδε ότι η Σουάιτζερ κατάφερνε να διανύσει πάνω από 40 χιλιόμετρα – με όχι και τόσο γρήγορο ρυθμό είναι η αλήθεια – συμφώνησε ότι μπορούσε να λάβει μέρος στον μαραθώνιο και ότι θα την συνόδευε ο ίδιος υπό την προϋπόθεση ότι θα συμμετείχε νόμιμα στον αγώνα. Η Σουάιτζερ πήρε την ιατρική βεβαίωση, πλήρωσε την συμμετοχή των 2 δολαρίων και στην αίτηση που συμπλήρωσε δεν ανέφερε το φύλο της ενώ δίπλα στο επίθετο της έβαλε μόνο το αρχικό του ονόματος της. Στο πλευρό της πέρα από τον προπονητή της θα έτρεχε και ο σύντροφος της εκείνη την εποχή ο σφυροβόλος Τομ Μίλερ, ο οποίος προετοιμαζόταν για τους Ολυμπιακούς του Μεξικό το 1968, καθώς και ένας ακόμη φίλος, ο Τζον Λέοναρντ.

Την ημέρα της διεξαγωγής του αγώνα οι καιρικές συνθήκες δεν ήταν και οι καλύτερες. 19 Απριλίου και το πρωί βρίσκει την Βοστώνη με πολύ χαμηλές θερμοκρασίες και εναλλαγή χιονιού με χιονόνερο. Για την Σουάιτζερ οι συγκεκριμένες καιρικές συνθήκες είχαν ένα πλεονέκτημα: θα επιτρέπονταν στους συμμετέχοντες να φορούν φόρμες εάν το επιθυμούσαν. Το εκμεταλλεύτηκε και κρύφτηκε κάτω από μία φαρδιά γκρι φόρμα και ανάμεσα στους τρεις άντρες που την συνόδευαν. Όλοι τους είχαν προαποφασίσει, ότι θα τρέξουν σαν ομάδα το σύνολο την διαδρομή. Ο φόβος που είχε, ότι θα την ανακάλυπταν στην εκκίνηση κατά το τσεκάρισμα των αριθμών οι δύο υπεύθυνοι της διοργάνωσης, ο Γουίλ Κλούνεϊ και ο Τζοκ Σεμπλ ξεπεράστηκε σύντομα, καθώς λόγω των καιρικών συνθηκών η διαδικασία έχει εντελώς τυπικό χαρακτήρα και κανείς δεν πρόσεξε, ότι το άτομο που είχε καρφιτσωμένο στο στήθος τον αριθμό 261 ήταν γυναίκα.


Ο αφέτης σήκωσε το πιστόλι, έδωσε την εκκίνηση και όλα κυλούσαν κανονικά έως το πέμπτο περίπου χιλιόμετρο, όταν από το βανάκι με τους δημοσιογράφους που κάλυπταν τον αγώνα, ένας εντόπισε την Σουάιτζερ από τα μαύρα μαλλιά της που στροβιλίζονταν στον αέρα και φώναξε προς τον διοργανωτή «έι, Τζοκ έχει και γυναίκες εδώ σήμερα;». Αυτό ήταν, η Σουάιτζερ έπαψε να είναι αόρατη. Το λεωφορείο με τους διοργανωτές φρέναρε απότομα και από μέσα ξεχύθηκαν οι Κλούνεϊ και Σέμπλ, οι οποίοι όρμησαν προς στην γυναίκα που παραβίασε τους κανόνες. Η αρχή έγινε από τον Κλούνεϊ, ο οποίος τρέχοντας με ένα μακρύ βαρύ παλτό δεν κατάφερε και πολλά και την Σουάτζερ να ξεφεύγει από τα νύχια του. Τότε ήταν που ανέλαβε δράση ο Τζοκ Σεμπλ, ο 63χρόνος Σκοτσέζος στην καταγωγή που τις περασμένες δεκαετίες είχε καταγράψει αρκετά πλασαρίσματα στην πρώτη δεκάδα του μαραθωνίου της Βοστώνης. Η αγάπη του για τον συγκεκριμένο δρόμο ήταν τόσο μεγάλη, που ανέλαβε μαζί με τον Κλούνεϊ την γενική επιστασία του μαραθωνίου της Βοστώνης. Φορώντας ένα μαύρο κουστούμι άρπαξε την Σουάιτζερ από την μπλούζα, φωνάζοντας της «Εξαφανίσου, φύγε από τον αγώνα μου και δώσε μου και τον αριθμό συμμετοχής σου». Αν και ταραγμένη αλλά έχοντας διατηρήσει τον αριθμό 261 στο στήθος, η αθλήτρια συνέχισε να τρέχει.

Το περιστατικό κατάφερε να καταγράψει στην φωτογραφική του μηχανή ο Χάρι Τρασκ (σ.σ. στην φωτογραφία με την τραγιάσκα και το τσιγάρο στο ψηλότερο σημείο). Ο βραβευμένος με Πούλιτζερ φωτογράφος είχε αμφιβολίες πριν πάει να καλύψει το γεγονός. Δεν τον ενθουσίαζε ιδιαίτερα η ιδέα να κάθεται σε ένα ανοιχτό φορτηγό για πάνω από δύο ώρες υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες. Συν τοις άλλοις δεν ήταν αρχικά έτσι το πρόγραμμα: προορίζονταν να πάει στον αγώνα των Red Sox, όμως εξαιτίας του χιονιά το παιχνίδι αναβλήθηκε. Το μόνο που τον κρατούσε, ήταν ότι γνώριζε, ότι ο Σεμπλ θα μπορούσε να κάνει κάτι ακραίο, για να διατηρήσει τον αγώνα εντός των πλαισίων που είχε ορίσει. Και όντως το έπραξε, με τον Τρασκ να είναι ο μόνος από τους συναδέλφους του που είχε αντιληφθεί τι συνέβαινε και σηκώνοντας την μηχανή του να το καταγράψει σε τρία διαφορετικά καρέ που πέρασαν στην ιστορία.


Στο πρώτο ο Σεμπλ εξοργισμένος φωνάζει από πίσω προς την Σουάιτζερ με τον προπονητή της, τον Μπριγκς (490) να προσπαθεί να τον σταματήσει. Στο δεύτερο ενεργή δράση αναλαμβάνει ο Μίλερ, ο σφυροβόλος φίλος (390) ο οποίος απωθεί τον Σεμπλ και στην τρίτη η Σουάιτζερ φαίνεται να ανακτά τον βηματισμό της την ίδια ώρα που ο Σεμπλ φαίνεται να παραπατάει.

Τι συνέβη μετά; Ο Σεμπλ ανέβηκε ξανά στο λεωφορείο και κανείς δεν μπορούσε να του πάρει κουβέντα, σε αντίθεση με τους δρομείς της κούρσας όπου ο Μίλερ είχε γίνει έξαλλος με την Σουάιτζερ την οποία θεωρούσε υπεύθυνη για το γεγονός που μπορούσε να του στοιχίσει την συμμετοχή του στους Ολυμπιακούς. Εξοργισμένος αποχώρησε από τον μαραθώνιο. Αντίθετα οι υπόλοιποι τρεις συνέχισαν και η Σουάιτζερ τερμάτισε σε χρόνο τέσσερις ώρες και 20 λεπτά. Για την ιστορία νικητής του μαραθωνίου της Βοστώνης το 1967 ήταν ο Νεοζηλανδός Ντέιβ Μακένζι με χρόνο 2:15:45 ενώ η Μπόμπι Γκιμπς που έτρεχε ανεπίσημα τερμάτισε σε 3:27:17.

Την επομένη όμως η δημοσίευση των φωτογραφιών του Τρασκ ήταν το βασικό θέμα συζήτησης γύρω από τον μαραθώνιο. Η Ένωση Ερασιτεχνών Αθλητών (ΑΑU) μπορεί διέγραψε τόσο την Σουάιτζερ όσο και τον Μίλερ, αλλά είχε μπει ήδη ο σπόρος για να αρθούν οι ανισότητες στον αθλητισμό. Με το φεμινιστικό κίνημα να βρίσκεται στην πιο δυναμική του περίοδο το θέμα πήρε διαστάσεις και ο Σύλλογος Δρομέων της Αμερικής διοργάνωσε τον πρώτο μαραθώνιο για γυναίκες το 1970, ενώ δύο χρόνια αργότερα ο Σεμπλ επέτρεψε στις γυναίκες να συμμετέχουν στον μαραθώνιο της Βοστώνης με την Σουάιτζερ να τερματίζει τρίτη. Το εντυπωσιακό είναι, ότι έπρεπε να περάσουν άλλα δώδεκα χρόνια για να γίνει ο μαραθώνιος γυναικών ολυμπιακό άθλημα το 1984.

Από τους πρωταγωνιστές ο Τρασκ είδε τις συγκεκριμένες λήψεις του, να συμπεριλαμβάνονται στις «100 φωτογραφίες που άλλαξαν τον κόσμο» που δημοσίευσε το Life το 2003,
ενώ Σουάιτζερ και Μίλερ παντρεύτηκαν ένα χρόνο αργότερα μετά το συμβάν, το 1968. Ο γάμος τους δεν κράτησε πολύ και χώρισαν το 1972, ενώ ο Μίλερ έφυγε από την ζωή το 1992 από καρδιακή προσβολή. Με τα χρόνια Σουάιτζερ και Σεμπλ συμφιλιώθηκαν και έμειναν φίλοι έως το 1988 που ο δεύτερος έφυγε από την ζωή.

Το 261 μπορεί να ήταν ένα τυχαίο νούμερο που δόθηκε στην Σουάιτζερ, για την ίδια όμως κρύβει και κάποιο συμβολισμό. Η απόσταση του μαραθωνίου αντιστοιχεί σε 26,2 μίλια και σύμφωνα με την ίδια: «Είναι ένας τυχαίος αριθμός. Αλλά κάποιος μου είπε, ότι το 261 είναι πραγματικά ένας σημαντικός αριθμός, διότι 26,1 σε ένα μαραθώνιο είναι η στιγμή που ξέρεις ξεκάθαρα ότι μπορείς να τερματίσεις». Αναπολώντας την παγωμένη εκείνη ημέρα του 1967 θα υπογραμμίσει: «Aυτές οι στιγμές είναι που σου αλλάζουν την ζωή και αλλάζουν και τον αθλητισμό. Η πίστη που έχουμε στις ικανότητές μας, μπορούν να αλλάξουν σε μία και μόνο στιγμή ένα αρνητικό περιστατικό σε ένα από τα πλέον θετικά».





Mε πληροφορίες από το deadspin.com