28 Νοε 2020

Ίσως για λόγους ταξικούς (και όχι μόνο) …


Σπύρος Γεωργάτος

Η περίφημη έκθεση Πισσαρίδη είδε το φως της δημοσιότητας και ο πρωθυπουργός έσπευσε αμέσως να την προβάλει. Για μια ακόμη φορά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να εργαλειοποιήσει έναν διακεκριμένο επιστήμονα, για να προσδώσει στις δικές του επιλογές ένα επίχρισμα ορθολογισμού και σοβαρής επεξεργασίας.

Μόνο που η Οικονομία δεν είναι Υγεία. Όσο «μυστηριώδεις» κι αν είναι η υφή και η δυναμική των οικονομικών φαινομένων, όλοι σχεδόν οι πολίτες είναι σε θέση να κρίνουν, το περιεχόμενο των μέτρων που προωθούνται, γιατί το ταξικό κριτήριο έχει αποδεχτεί ιστορικά αλάνθαστο.

 Το αλάθητο του κ. Πισσαρίδη αμφισβητείται πρώτα απ’ όλα, όχι από κάποιους μαρξίζοντες καθηγητές, αλλά από παράγοντες της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων. Για παράδειγμα, ο Αντώνης Καρακούσης (του συγκροτήματος Μαρινάκη) γράφει: «Οση καλή διάθεση και αν έχει κανείς απέναντι στο πόρισμα της επιτροπής του νομπελίστα καθηγητή Χριστόφορου Πισσαρίδη, νιώθει με την πρώτη ματιά τη μονομέρεια και τα ελλείμματά του. Υποτίθεται, ότι η επιτροπή ανέλαβε να παρουσιάσει το ελληνικό αναπτυξιακό σχέδιο της μεταμνημονιακής εποχής, αλλά εν τω μεταξύ μας προέκυψε η πανδημία του κορωνοϊού, με αποτέλεσμα η οικονομική θέση της χώρας να επιδεινωθεί έτι περαιτέρω, οι συνθήκες, οικονομικές, κοινωνικές και άλλες, να αλλάξουν και οι προτεραιότητες επίσης (…) Η πρώτη εκδοχή του σχεδίου που παρουσιάστηκε (…) απέχει σχεδόν προκλητικά από τους διακηρυγμένους στόχους και σκοπούς της διάσωσης αρχικώς της οικονομίας και της ταχείας ανάκαμψης στη συνέχεια».

Οι προθέσεις της έκθεσης Πισσαρίδη αποκαλύπτονται όχι μόνο από τις προτάσεις που γίνονται σε ό,τι αφορά την καθαυτό Οικονομία και τα ασφαλιστικά, αλλά και για τους δύο πυλώνες του Κράτους Προνοίας, την Παιδεία και την Υγεία. Το πόρισμα διαπιστώνει μειωμένη αυτονομία των εκπαιδευτικών μονάδων στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, σε συνδυασμό με παντελή έλλειψη αξιολόγησης δομών και προσωπικού. Κρίνει επίσης ότι τα προγράμματα σπουδών στα ΑΕΙ αποσκοπούν στην προετοιμασία για απασχόληση στον δημόσιο τομέα και ότι η έρευνα που διεξάγεται στα Πανεπιστήμια αφίσταται των αναγκών της αγοράς. Και τα δυο αυτά, απ’ ό,τι φαίνεται να πιστεύουν ο κ. Πισσαρίδης και οι συνεργάτες του, οδηγούν στη μειωμένη προσέλκυση ιδιωτικών πόρων.

 Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι ελάχιστα πρωτότυποι: αποτελούσαν την μόνιμη επωδό της Τρόϊκας στο διάστημα 2015-2019. Και κατέληγαν εκεί που καταλήγει και το πρόσφατο πόρισμα: στις συγχωνεύσεις σχολείων και και την αύξηση του μεγέθους των τάξεων· τη σύνδεση της κατανομής της κρατικής χρηματοδότησης στις σχολικές μονάδες με την επίτευξη εκπαιδευτικών στόχων· την αύξηση του εργασιακού ωραρίου των εκπαιδευτικών· τη διαχείριση πόρων (από χορηγούς) και τον σχεδιασμό των προγραμμάτων σπουδών από τα ίδια τα σχολεία· την ίδρυση Πανεπιστημίων Εφαρμογών στη θέση των ΤΕΙ που απορροφήθηκαν από τα Πανεπιστήμια· τη χρηματοδότηση ερευνητικών προγραμμάτων στα ΑΕΙ από επιχειρήσεις.

 Ανάλογες όμως είναι οι προτάσεις του κ. Πισσαρίδη στον Τομέα της Υγείας: αυτονομία, αυτονομία, αυτονομία· συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα· εξορθολογισμός (βλέπε μείωση) των δαπανών· ψηφιοποίηση (η πανάκεια κάθε δυσλειτουργίας)· προώθηση της συνεργασίας ανάμεσα στα Πανεπιστήμια και τη φαρμακοβιομηχανία· διασύνδεση επιστροφών και εκπτώσεων (clawback και rebate), κλπ., κλπ. Αβίαστα λοιπόν προκύπτει το συμπέρασμα, που βγάζει ο Αντώνης Καρακούσης στο ΒΗΜΑ και το in.gr: «οι αμιγώς φιλελεύθερες προσεγγίσεις είναι αν μη τι άλλο ανεπαρκείς και δεν μπορούν να δώσουν αποτελεσματικές απαντήσεις. Αλλά πέραν αυτού και τα προτεινόμενα μέτρα φαντάζουν γενικόλογα και ορισμένα μπορούν να χαρακτηριστούν σχεδόν παιδαριώδη». 

Πώς είναι δυνατόν μια επιτροπή, που προεδρεύεται από έναν διεθνούς φήμης οικονομολόγο και περιλαμβάνει έναν αριθμό διακεκριμένων πανεπιστημιακών, να καταλήγει σε παιδαριώδεις προτάσεις ή σε κοινότοπες διαπιστώσεις, που πριν από εκείνη, τις έχει κατά κόρον χρησιμοποιήσει η Τρόϊκα; Τα μεγάλα λάθη είτε δεν είναι λάθη (αλλά σκόπιμες ενέργειες), είτε γίνονται επειδή η θεμελιακή αφετηρία της ανάλυσης είναι μεροληπτική (biased). Στην περίπτωση της επιτροπής Πισσαρίδη μάλλον ισχύουν και τα δύο. Διότι πρόκειται για απόψεις, που αφ’ ενός συγκλίνουν με εκείνες των μνημονίων και αφ’ ετέρου εκκινούν από μια περίπου αξιωματική θέση, πώς ότι δημόσιο είναι δυσλειτουργικό, δαπανηρό και, εν τέλει, άχρηστο.

Ας το σκεφτούμε: συγχωνεύσεις σχολικών μονάδων δεν έγιναν ούτε την περίοδο των μνημονίων, παρότι η ελληνική κυβέρνηση ήταν δεμένη πισθάγκωνα. Ακόμα και οι τροϊκανοί, δεν μπορούσαν να υποστηρίξουν τις ίδιες τους τις θέσεις, αμφισβητώντας τα στοιχεία που παρουσίαζε η ελληνική διαπραγματευτική ομάδα. Και οι όποιες κορώνες τους περί ενίσχυσης της πανεπιστημιακής έρευνας από επιχειρήσεις αυτό-ακυρώνονταν πάραυτα από το ρεκόρ χαμηλής επένδυσης στην έρευνα από τον εξόχως κρατικοδίαιτο, ιδιωτικό τομέα. (Ενδεχομένως, το ευρύ κοινό δεν γνωρίζει, ότι στην περίοδο της «ισχυρής Ελλάδας» του Κώστα Σημίτη, αντί οι ιδιώτες να επενδύσουν στην ακαδημαϊκή έρευνα, εκμεταλλεύονταν συστηματικά τη συνεργασία τους με δημόσια Πανεπιστήμια και Ερευνητικά Κέντρα για να αρδεύουν πόρους από τα ΕΣΠΑ.)

Την ψηφιοποίηση στα νοσοκομεία τη χρειαζόμαστε· και τις υποδομές στο ΕΣΥ (δεν είναι φανερό τώρα;)· και την οικονομία κλίμακας·  και την ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Αλλά προς ποια κατεύθυνση όλα αυτά; Εάν ο μόνος (ή ο κύριος) στόχος είναι η μείωση της δημόσιας δαπάνης και η αναδιανομή προς όφελος των κερδοσκόπων, τα μέτρα αυτά δεν είναι πραγματικές μεταρρυθμίσεις, αλλά το περιτύλιγμα μιας ανάλγητης πολιτικής. Η πολιτική αυτή θα καταπονήσει περαιτέρω την κοινωνία και δεν πρόκειται να έχει, ούτε κατά κεραίαν, τα αποτελέσματα που επιδιώκουν οι εισηγητές της. Για λόγους ταξικούς (και όχι μόνο), που λέει και το τραγούδι …