26 Σεπ 2020

«Υπόθεση Τσακαλώτου»: πολύ κακό για το τίποτε


«Όσοι αναζητούν έναν Ανδρέα Παπανδρέου πρωθυπουργό και πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ υπό περιορισμό, επιτροπεία και κηδεμονία να τον αναζητήσουν αλλού. Εγώ δεν προσφέρομαι».

Ανδρέας Παπανδρέου στην Κεντρική Επιτροπή του ΠΑΣΟΚ.

Τι παίζει αυτή την περίοδο στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης; Να ξεκινήσουμε με δυο παρατηρήσεις: 

Πρώτη: Ερμηνεύοντας τον Ευκλείδη Τσακαλώτο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί να... χρησιμοποιεί (ή να καλύπτει) οποιονδήποτε χυδαίο χαρακτηρισμό εναντίον του Αλέξη Τσίπρα: «τυχοδιώκτης», «προδότης», «απατεώνας», «αρχισυμμορίτης», «φίλος τρομοκρατών», «διαπλεκόμενος» «γιος χουντικού».

Αλλά όταν ο Τσίπρας (πάντα ευπρεπής αγορητής από το βήμα της Βουλής0 χαρακτηρίζει τον Μητσοτάκη, ενώπιον του, «πολιτικό απατεώνα» και εξηγεί γιατί, ο Τσακαλώτος θυμάται, ένα μήνα μετά, ότι αυτό παραβιάζει κάποιο «σαβουάρ βιβρ, το οποίο προσπαθεί να επιχρωματίσει ως «αριστερή» συμπεριφορά.

Εν τω μεταξύ κανείς δεν τον θυμάται, να βγήκε στα κεραμίδια, για να υπερασπιστεί τον επικεφαλής του δικού του κόμματος, που έχει δεχθεί  από την Δεξιά τις πιο αλητήριες επιθέσεις και το πιο αισχρό μπούλινγκ από κάθε άλλο πολιτικό αρχηγό, από τη Μεταπολίτευση και εντεύθεν.

Δεύτερη: Στο πόρταλ υπερσυντηρητικής, αλλά διόλου φιλομητσοτακικής, εφημερίδας εμφανίσθηκε ο τίτλος: «Ο Τσακαλώτος αδειάζει τον Αλέξη Τσίπρα και στηρίζει τον Κυριάκο Μητσοτάκη!». Ήτοι, η δημοσιογραφική ανάγνωση της φασαρίας που προκάλεσε ο πρώην υπουργός Οικονομικών είναι, πως μόνο την κυβέρνηση και τον Πρωθυπουργό ωφελεί.

Και ως εκ τούτου σίγουρα βλάπτει το κόμμα του, αναπαράγοντας  καταστάσεις εσωστρέφειας αξιοποιώντας δευτερεύοντα θέματα για βολές κατά της ηγεσίας.

Ο γόρδιος δεσμός

Αν συνδυάσουμε αυτές τις παρατηρήσεις, προκύπτει ένας γόρδιος δεσμός, τον οποίο ο Τσίπρας δεν μπόρεσε ως τώρα να λύσει και ήλθε η ώρα να κόψει. 

Σε κάθε περίπτωση δεν νοείται σε ένα κόμμα η αντιπαράθεση απόψεων (και όχι ιδεών, που αν δεν είναι κοινές δεν έχουν θέση στο ίδιο κόμμα) ή προτάσεων να υποκαθίσταται από τον φραξιονισμό και την υπονόμευση της ηγεσίας.

Ούτε στην δημόσια τοποθέτηση το δικαίωμα της διαφωνίας να προεκτείνεται και μετά τη λήψη της απόφασης του επικεφαλής. Όποιος έχει άλλη άποψη, να την καταθέσει εγκαίρως και αν δεν γίνει δεκτή, ή συντάσσεται με την απόφαση ή αποχωρεί.

Αλλιώς απλώς μειώνει την ικανότητα του κόμματος να ασκεί αντιπολίτευση και οφείλει εξηγήσεις στους οπαδούς του.

Ο κύκλος της αυτοκαταστροφής

Στο ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει ένα εσωκομματικό τρίγωνο, στην κορυφή του οποίου αυτό-τοποθετείται ο Τσακαλώτος, που δείχνει, ότι δεν βολεύεται με την πρωτοκαθεδρία του Τσίπρα.

Δικαίωμά του. Αλλά γι’ αυτό αποφάσισαν τα κομματικά όργανα και  πρωτίστως η λαϊκή ετυμηγορία- που αντιλαμβάνεται τον Τσίπρα ως μέγεθος μεγαλύτερο από το κόμμα του.

Αυτό τον εξοπλίζει με το προνόμιο της διάταξης του πολιτικού προσωπικού κατά την κρίση του, είτε ως Πρωθυπουργός, είτε ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ουδείς υποχρέωσε κανέναν να αποδεχθεί το ρόλο που του αναθέτει ο αρχηγός του. Στα κόμματα ο δρόμος προς την έξοδο είναι ανοιχτός.

Κατά την αντίληψη που διακινεί ένας αυτοκαταστροφικός κύκλος στελεχών, ως πρόεδρος ο Τσίπρας έχει δυο επιλογές:

Η μια να τεθεί υπό την επιτροπεία τους και απλώς με την προσωπική ακτινοβολία του να φέρνει τον κόσμο και αυτοί, ως «πρωτοπορία», να τον καθοδηγούν.

Η δεύτερη είναι, να οδηγηθεί σε εκλογική ήττα και να εγκαταλείψει την ηγεσία, ώστε να μην αποτελεί εμπόδιο στη διαμόρφωση «αριστερού πόλου» που θα πολεμάει τον καπιταλισμό.

Έτσι όμως κανένα μεγάλο κόμμα δεν μπορεί να φτάσει στην μείζονα επιδίωξη του: την υλοποίηση της πολιτικής του υπέρ της κοινωνίας, δια της κατάκτησης της πλειοψηφίας  και την άσκηση διακυβέρνησης. 

Το μοναστήρι να είναι καλά

Επειδή ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο από κόμμα εξουσίας, ο κόμπος φτάνει στο χτένι. Αυτός που πρέπει να πάρει αποφάσεις είναι ο Τσίπρας, όχι ο Τσακαλώτος.

Αυτές οι αποφάσεις δεν μπορούν παρά να βασίζονται σε ένα δεδομένο:  Τσακαλώτους το κόμμα που κυβέρνησε ως πρόσφατα και επιδιώκει να ξανακυβερνήσει βρίσκει. Πολλούς Τσίπρες δεν βρίσκει. Από αυτή την άποψη η συζήτηση που ανακυκλώνεται γύρω από τον πρώην υπουργό, είναι πολύ κακό για το τίποτε. 

Αν το κόμμα πήγε από το 3% στο 35%, δεν ήταν γιατί μετατράπηκε σε «Αριστερά» το ένα τρίτο του εκλογικού σώματος. Ούτε γιατί γοητεύτηκαν οι ψηφοφόροι από το καταστατικό του ΣΥΡΙΖΑ, που κινούνταν μονίμως μεταξύ  φθοράς και αφθαρσίας. Πολύ περισσότερο γιατί λάτρεψαν τον Τσακαλώτο, τον Λαφαζάνη, τον Πολάκη ή τον Παπαδημούλη.

Ήταν γιατί η δημόσια παρουσία και το πολιτικό ανάστημα του Τσίπρα στην διαχείριση της κρίσης των Μνημονίων, τους έπεισε, ότι μπορεί να εκφράσει τις θεμελιώδεις αρχές, την ιδεολογία, την ιστορική διαδρομή, την αισθητική, τους πολιτικούς στόχους της Δημοκρατικής Παράταξης απέναντι στην Δεξιά.  Τόσο απλό.

Απόσυρση του Τσίπρα από την ηγεσία αυτού του κόμματος σημαίνει το εκλογικό τέλος του. Οι  δημοκρατικοί πολίτες  δεν ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ ως «Αριστερά» και ούτε σκοπεύουν.    

Από αυτή την άποψη ο Τσίπρας δεν είναι ένας από όλους. Ούτε ως πρόεδρος, ούτε ως Πρωθυπουργός. Είναι οιονεί ιδρυτής του κόμματος που δρα σήμερα ως ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Παράταξη. Καμιά σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ του παρελθόντος. Ούτε καν στην ανθρωπογεωγραφία.

Αν κάποιοι πιστεύουν για τους πολίτες του 35%, ότι πρόκειται για κορόιδα που θα δίνουν την ψήφο τους στον Τσίπρα και από εκεί και πέρα θα αναλαμβάνει ο Τσακαλώτος, ο Σκουρλέτης και ο Παππάς κάνουν λάθος.

Εκτός από όσους δηλώνουν «Αριστεροί και τίποτε άλλο» (και ξέρουμε πόσοι είναι) όσοι αυτοτοποθετούνται στην Δημοκρατική Παράταξη και την Κεντροαριστερά, ψηφίζουν επειδή εμπιστεύονται τον Τσίπρα  ως εκφραστή τους . Όχι επειδή έγιναν ΣΥΡΙΖΑ και θα ψήφιζαν όποιον και αν τους σέρβιρε η κομματική γραφειοκρατία με τα περιθωριακά σύνδρομα και τις ιδεοληψίες.

Σήμερα ο Αλέξης Τσίπρας βρίσκεται, τηρουμένων των αναλογιών, μπροστά στα διλήμματα που βρέθηκε μεταξύ 1974 και 1977 ο Ανδρέας Παπανδρέου. Όταν πήρε αποφάσεις που έκαναν το ΠΑΣΟΚ κραταιά πολιτική δύναμη, που άλλαξε τον τρόπο άσκησης της πολιτικής και την πορεία της χώρας.

Τις ηγετικές αρετές του επέδειξε και αργότερα ως Πρωθυπουργός, όταν απέναντι στην αμφισβήτηση δελφίνων απαντούσε: «Να πάρουν τις ομάδες τους και να έλθουν».

Στην πολιτική επικρατεί αυτός που κάνει «γκελ» στην κοινωνία. Και αυτός μπορεί να εμπνεύσει, να πείσει και να την κινητοποιήσει στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ είναι ο Τσίπρας.

Αν οι εσωκομματικοί του αντίπαλοι έχουν κανέναν καλύτερο, να τον φέρουν. Όποιος νομίζει, ότι εκπροσωπεί πληρέστερα τον χώρο, ας θέσει υποψηφιότητα στο επόμενο συνέδριο. Καθαρές κουβέντες και καθαρές σχέσεις. Αν δεν χωράς στο τρένο των κομμάτων, ή κατεβαίνεις ή σε κατεβάζουν.

Κακά τα ψέματα. Το ιμπέριουμ Τσίπρα τον καταδικάζει στη μοναξιά του ηγέτη, που έχει την ευθύνη να διασφαλίσει την πορεία και από εσωτερικούς κραδασμούς. Με κάθε μέσο. Τα  υπόλοιπα είναι ευκόλως εννοούμενα.

Γ. Λακόπουλος

ΠΗΓΗ: anoixtoparathyro.gr