2 Οκτ 2018

Τι σημαίνει το δημοψήφισμα στην πΓΔΜ για Τσίπρα – Μητσοτάκη


Της Νικόλ Λειβαδάρη
Κατά το Spiegel, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στην πΓΔΜ ήταν μια «αποτυχία για τον Ζάεφ, που πλασάρεται ως επιτυχία», κατά την Handeslblatt μπορεί και να είναι πηγή «ανακούφισης» για τον Τσίπρα, ο οποίος «κερδίζει χρόνο». 
Σε όρους πολιτικής τακτικής, μπορεί να ισχύουν και τα δύο. Σε όρους ουσίας...


η εικόνα είναι αρκετά πιο σύνθετη και οι πολιτικές αβεβαιότητες πολλαπλασιάζονται.

Για την κυβέρνηση και το Μαξίμου, όντως, πολιτική ζημία δεν υφίσταται επί του παρόντος. Αντιθέτως, ο Αλέξης Τσίπρας εισπράττει τα διεθνή εύσημα για την βαθιά προσήλωσή του στην επίτευξη της συμφωνίας (εξ ου και η σημερινή επισήμανση του κυβερνητικού εκπροσώπου ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει να στηρίζει την συμφωνία των Πρεσπών «με νηφαλιότητα και σωφροσύνη»). Την ίδια ώρα, το Μαξίμου απαλλάσσεται, προσώρας τουλάχιστον, από την  (πραγματική ή πλασματική) διαφοροποίηση Καμμένου. Και παραπλεύρως, μπορεί να θέτει (δικαίως και με προφανή πολιτικά επιχειρήματα) την ΝΔ ενώπιον των μεγάλων αντιφάσεων και ευθυνών της στο Μακεδονικό.

Πώς μπορεί η συμφωνία των Πρεσπών να είναι εθνικά επιζήμια, έως και «προδοτική» για την Ελλάδα και ταυτόχρονα να αποδοκιμάζεται (δια της μαζικής αποχής έστω) ως εθνικά επιβλαβής και από την πΓΔΜ; Είναι το ερώτημα που έθεσε επίσης σήμερα ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, προχωρώντας μάλιστα κι ένα βήμα παραπάνω για να χρεώσει στην ΝΔ ενθάρρυνση των εθνικιστικών τόξων και στις δύο χώρες με στόχο τον τορπιλισμό της λύσης: «Ο κύριος Μητσοτάκης», είπε χαρακτηριστικά ο Δημήτρης Τζανακόπουλος, «με τη στάση του ενισχύει τον εθνικισμό στη γειτονική μας χώρα, όπως και ο εθνικισμός του VMRO ενισχύει τον εθνικισμό στην Ελλάδα. Δύο όψεις του ίδιου νομίσματος λοιπόν: ΝΔ και VMRO καθώς ο ένας δεν υπάρχει χωρίς τον άλλο».

Πέραν τούτων, ωστόσο, οι έως τώρα εξελίξεις στο Μακεδονικό αφήνουν στην κυβέρνηση και πολιτικά βάρη, που δεν μπορεί να αγνοήσει. Το πρώτο είναι τα, προφανή πλέον, πεπερασμένα όρια της πολιτικής συμβίωσης με τους ΑΝΕΛ του Πάνου Καμμένου. Τα αλλεπάλληλα επεισόδια έντασης (με τελευταία την χθεσινοβραδυνή κόντρα Καμμένου-Κοτζιά που ενόχλησε ιδιαιτέρως και το Μαξίμου) δεν ενισχύουν μόνον την επικοινωνιακή ρητορική της αντιπολίτευσης, αλλά θέτουν ζητήματα και για την ίδια την πολιτική εικόνα του πρωθυπουργού.

Η δεύτερη, και πλέον σημαντική, πρόκληση για την κυβέρνηση είναι, η υπαρκτή προοπτική να «νεκρώσει» η συμφωνία των Πρεσπών, είτε λόγω αδυναμίας του Ζάεφ να περάσει τις συνταγματικές αλλαγές, είτε λόγω ήττας του σε πιθανές εκλογές. Η Αθήνα μπορεί να μην φέρει ευθύνη σ’ αυτή την περίπτωση, όμως θα αφήσει ημιτελή έναν εθνικό στόχο στην επίτευξη του οποίου η κυβέρνηση έχει επενδύσει μεγάλο πολιτικό κεφάλαιο (κι έχει ήδη αναλάβει και το αντίστοιχο κόστος).

Για την Νέα Δημοκρατία, την ίδια ώρα, το Μακεδονικό κινδυνεύει να αναδειχθεί στην απόλυτη αυτοπαγίδευση – μια αυτοπαγίδευση που, ήδη, φάνηκε από την άκυρη και άκαιρη χθεσινή επανάληψη του αιτήματος προς τον Πάνο Καμμένο, να… ρίξει την κυβέρνηση, για μια συμφωνία που πλέον μπορεί και να μην υλοποιηθεί. Το χειρότερο, έως και ισοδύναμο με «σενάριο – εφιάλτη» για τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι το ενδεχόμενο η ΝΔ να παραλάβει, ως κυβέρνηση, ανοιχτό το θέμα της συμφωνίας των Πρεσπών, την οποία σε όλους τους τόνους έχει διακηρύξει, ότι δεν πρόκειται να κυρώσει. Αυτό είναι πιθανό να συμβεί, εάν ο Ζόραν Ζάεφ πάει σε εκλογές, καθυστερήσει η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης στην γειτονική χώρα και δεν προλάβει να κυρωθεί η συμφωνία από την παρούσα ελληνική Βουλή. Κι εάν, βεβαίως, κερδίσει η Νέα Δημοκρατία τις επόμενες εκλογές, είτε αυτές γίνουν τον Μάιο, είτε τον Σεπτέμβριο.

Η απειλή εδώ δεν είναι μόνον η προφανής και προδιαγεγραμμένη πίεση του διεθνούς παράγοντα, συμπεριλαμβανομένης και της πολιτικής «οικογένειας» της ΝΔ, του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος. Είναι – κυρίως – το περιβάλλον γεωπολιτικής ρευστότητας που θα διαμορφωθεί εκτός συνόρων και πολιτικής αστάθειας εντός, με την προεδρική εκλογή του 2020 να βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής και με την απλή αναλογική εν ισχύ…

ΠΗΓΗ: tvxs.gr