22 Ιουν 2016

Θα σας φτιάξουμε και γιοφύρια…


Νίκος Μπογιόπουλος
    Μετά τον Παπανδρέου και τον Παπαδήμο, μετά τον Σαμαρά και τον Βενιζέλο, τώρα είναι και ο Τσίπρας που θα φέρει «δίκαιη ανάπτυξη». Πολύ ευχάριστο αυτό…

    Φυσικά όπως και οι προηγούμενοι δεν μας έχει φωτίσει επαρκώς: Τι θεωρείται «δίκαιη ανάπτυξη»; Για παράδειγμα, σε μια οικονομία που λειτουργεί (για να το πούμε κομψά) με «ιδιωτικοοικονομικά» κριτήρια, πως γίνεται «δίκαια» η μοιρασιά;


 Ακόμα κι αν παρακάμψουμε τους ληστρικούς και αποικιοκρατικούς όρους που έχουν εξασφαλιστεί στους «επενδυτές», πόσο κομμάτι από την αναμενόμενη αύξηση της «πίτας» θα πηγαίνει στον κεφαλαιοκράτη και πόσο στον εργάτη, για να είναι «δίκαιη» η κατανομή αυτής της ανάπτυξης;

    Τα περί «δίκαιης ανάπτυξης» σε συνθήκες άδικων, ανισότιμων και εκμεταλλευτικών κοινωνικών μοντέλων, συνιστούν είτε φενάκη και χίμαιρα είτε (και κυρίως) εξαγγελία πολιτικής απάτης. Όσο το κριτήριο για την διανομή της «πίτας» δεν είναι τι και πόση δουλειά βάζει ο εργάτης, αλλά τί και πόσο κεφάλαιο βάζει ο κεφαλαιοκράτης, όσο δηλαδή θα αναπαράγεται ο σφετερισμός και η ιδιοποίηση από το κεφάλαιο, του πλούτου που παράγει η εργασία, όσο θα συνεχίζεται η κλοπή της υπεραξίας που παράγει ο εργαζόμενος άνθρωπος από τον καπιταλιστή, καμία «δικαιοσύνη» δεν υπάρχει. Αν ο κ.Τσίπρας ήταν αριστερός, με τέτοια πράγματα δεν θα έλεγε ψέματα…

 Όταν λοιπόν, μιλούν για «ανάπτυξη» δεν εννοούν τίποτα περισσότερο από την καπιταλιστική ανάπτυξη. Εδώ όμως θα πρέπει να δούμε ορισμένα στοιχεία, που συγκροτούν τόσο την τρέχουσα πραγματικότητα, αλλά και φωτίζουν ιστορικά, τι κρύβεται πίσω και από την «ανάπτυξή τους» και από την «δικαιοσύνη» τους.

    Στοιχείο πρώτο: Η «ανάπτυξη» που τάζουν, όταν και αν έρθει, θα είναι οικοδομημένη πάνω στους κομμένους μισθούς, στο καταργημένο ΕΚΑΣ, στις εργασιακές σχέσεις δουλεμπορίου, στην μερική και εκ περιτροπής εργασία, στα προνόμια προς ντόπιο και ξένο κεφάλαιο, προς το οποίο παραχωρείται αποικιοκρατικά ο τόπος μέσω των 99 χρόνων του ξεπουλήματος. Η ανάπτυξή τους είναι σχεδιασμένη πάνω στα 500 ευρώ βασικό, στην κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού και σύνταξης, στον εργασιακό Μεσαίωνα που εγγυώνται οι «βέλτιστες εργασιακές πρακτικές» της ΕΕ.

    Στοιχείο δεύτερο: Η Ελλάδα τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 γνώρισε τον δεύτερο ρυθμό ανάπτυξης παγκοσμίως. Όμως, ήταν ακριβώς εκείνη την περίοδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, που η ευημερία των αριθμών δεν απέτρεψε 3 εκατομμύρια Έλληνες να αναζητήσουν ένα κομμάτι ψωμί στις στοές του Βελγίου, στις φάμπρικες της Γερμανίας και στα λαντζέρικα της Αμερικής και της Αυστραλίας.

    Στοιχείο τρίτο: Δεν υπάρχει τίποτα πιο αληθές, ότι σε συνθήκες καπιταλισμού, είτε αυτός περνάει της φάση της ανάπτυξης είτε τη φάση της κρίσης του, οι φτωχοί γίνονται φτωχότεροι και οι πλούσιοι πλουσιότεροι. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα:

    α) Σε συνθήκες κρίσης, η μειοψηφία του 10% του πιο εύπορου τμήματος του πληθυσμού είδε τα πλούτη της να εκτινάσσονται φτάνοντας το 2015 στο σημείο να κατέχει το 56,1% του εγχώριου πλούτου από το 48,6% που συγκέντρωνε το 2007 (έκθεση της ελβετικής τράπεζας «Credit Suisse»). 

    β) Σε συνθήκες ανάπτυξης συνέβησαν τα εξής:

    Το 1990 το ΑΕΠ της χώρας ήταν 38 δισ. ευρώ. Το 2007 ανήλθε στα 208 δισ. Δηλαδή, αυξήθηκε κατά 5,5 φορές.
    Το 1990 (σύµφωνα µε τα στοιχεία της ICAP) τα κέρδη των επιχειρήσεων (ΑΕ και ΕΠΕ) ήταν 575 εκατοµµύρια ευρώ. Το 2007 τα κέρδη των επιχειρήσεων είχαν εκτιναχτεί στα 16 δισ. ευρώ. Δηλαδή, αυξήθηκαν κατά 28 φορές.
    Το 1990 το ποσοστό των κερδών των επιχειρήσεων σε σχέση µε το ΑΕΠ ήταν 1,5%. Το 2007 το ποσοστό των κερδών των επιχειρήσεων ανήλθε στο 7,7% του ΑΕΠ. Που σηµαίνει, ότι αυξήθηκε πάνω από 5 φορές, ισόποσα δηλαδή προς την αύξηση του ΑΕΠ.
    Τη δεκαετία του 1990 το βασικό ηµεροµίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη διαμορφώθηκε σε μέσα επίπεδα δεκαετίας στα 15 ευρώ. Το 2007 το βασικό µεροκάµατο µόλις και µετά βίας είχε φτάσει στα 30 ευρώ.

Με άλλα λόγια: Σε µια περίοδο που καλύπτει σχεδόν δύο δεκαετίες, κατά τη διάρκεια των οποίων ο ελληνικός λαός πολλαπλασίασε µε τη δουλειά του την περίφηµη «πίτα», από την κατά 5,5 φορές αύξηση του ΑΕΠ της χώρας το αποτέλεσµα ήταν, τα κέρδη των καπιταλιστών να αυξηθούν κατά 28 φορές (!), ενώ ο εργάτης, µε την «αύξηση» κατά 1 µόλις φορά του κατώτατου µισθού του, έφτασε να ζει σε συνθήκες που σε αποπληθωρισµένες τιµές ισοδυναµούσαν µε το ότι η αγοραστική του δύναµη είχε πέσει στα επίπεδα του 1984!

    Σηµείωση: Σύµφωνα µε την έκθεση της ICAP για το 2006, ο ρυθµός αύξησης των προ φόρων κερδών των ΑΕ και ΕΠΕ στην Ελλάδα ήταν της τάξης του 60%, όταν την ίδια χρονιά το ΑΕΠ αυξήθηκε 4%. Δηλαδή, τα κέρδη των επιχειρήσεων αυξήθηκαν 15 φορές ταχύτερα, απ’ ό,τι αυξήθηκε το ΑΕΠ της χώρας και 5 φορές ταχύτερα απ’ ό,τι αυξήθηκαν τα κέρδη των επιχειρήσεων στην υπόλοιπη ΕΕ. Σύµφωνα µε τα ίδια στοιχεία, το 2006, παραµονές της κρίσης, οι κεφαλαιοκράτες κέρδιζαν ανά εργαζόµενο 44.000 ευρώ.

     Αυτή είναι, χωρίς φτιασιδώματα, η «ανάπτυξη» στην καπιταλιστική Ελλάδα. Κι αυτό δεν αλλάζει επειδή στη θέση των Μαυρογιαλούρων του «θα σας φτιάξουμε και γιοφύρια–θα σας φτιάξουμε και ποτάμια» βρίσκεται πλέον ο κ.Τσίπρας.

    Αυτή ήταν η «δικαιοσύνη» τους προ κρίσης, αυτή είναι η «δικαιοσύνη» του συστήματος εντός κρίσης, αυτό είναι το πλαίσιο που θα καθορίσει τα χαρακτηριστικά και της «ανάπτυξης» για την οποία μιλάει (και) ο κ.Τσίπρας. 

    Αυτή είναι η εικόνα όλου του καπιταλιστικού κόσμου. Η ανάπτυξή τους είναι η άλλη όψη του νομίσματος της διεύρυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων.  

    Και επειδή κάποιοι μιλούν για το «ενάρετο» κύκλο, στον οποίο θα περάσει η καπιταλιστική οικονομία μετά την κρίση, ας δούμε ποια είναι η πραγματικότητα του προηγούμενου «ενάρετου» κύκλου της: 

    1) Στις ΗΠΑ το 1% του πληθυσµού κατείχε προ κρίσης πάνω από το 16% του εθνικού πλούτου. Διέθετει περιουσία µεγαλύτερη από το 40% του φτωχότερου πληθυσµού και το 2007 κατείχε 190 φορές περισσότερο πλούτο από το µέσο αµερικανικό νοικοκυριό – από 131 φορές που ήταν η ψαλίδα το 1983 (Economic Policy Institute, Ελευθεροτυπία, 28.1.2007).

    2) Μέσα σε µια εικοσαετία (1980-2000) το εισοδηµατικά ανώτερο 0,1% του πληθυσµού των ΗΠΑ αύξησε το µερίδιό του στο εθνικό εισόδηµα κατά 300%. Η αναλογία των µισθών των διευθυντικών στελεχών των πολυεθνικών σε σχέση µε τη µέση αµοιβή των εργατών αυξήθηκε από «30 προς 1» που ήταν το 1970, σε σχεδόν «500 προς 1» το 2000, δηλαδή το άνοιγμα της ψαλίδας της ανισότητας διευρύνθηκε πάνω από 16 φορές.

    3) Στη Βρετανία, κατ’ αντίστοιχο τρόπο, το 1% του εισοδηµατικά ανώτερου πληθυσµού κατείχε προ κρίσης το 13% του εθνικού εισοδήµατος.

    4) Στο σύνολο των χωρών του ΟΟΣΑ η εισοδηµατική ψαλίδα µεταξύ του 1/5 του πιο πλούσιου πληθυσµού και του φτωχότερου 1/5 ήταν προ κρίσης της τάξης του 80 προς 1.

    5) Συνολικά στον πλανήτη, στα τέλη του 20ού αιώνα, η καθαρή περιουσία των 358 πλουσιότερων ανθρώπων ήταν ίση µε το εισόδηµα του φτωχότερου 45% του παγκόσµιου πληθυσµού, που αριθµεί 2,3 δισεκατοµµύρια ανθρώπους.

    6) Τα περιουσιακά στοιχεία των τριών πρώτων δισεκατοµµυριούχων του πλανήτη ήταν στο τέλος του 20ού αιώνα περισσότερα από το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν όλων µαζί των λιγότερο αναπτυγµένων χωρών και των 600 εκατοµµυρίων κατοίκων τους (Ντέιβιντ Χάρβεϊ, Νεοφιλελευθερισµός, Ιστορία και Παρόν, εκδόσεις Καστανιώτη).

      Αυτός είναι ο τρόπος µε τον οποίο διενεργείται η αρπαγή του λεγόµενου «εθνικού εισοδήµατος». Έτσι συντελείται το «µοίρασµα» της «ανάπτυξης» ανάµεσα στους δυστυχείς, από τη µια µεριά, και στους μονοπωλιακούς ομίλους, από την άλλη.

    Αυτός είναι ο γενικός κανόνας στον καπιταλισμό, αυτός είναι και στην Ελλάδα, εκτός αν υποθέσουμε, ότι, λόγω «αριστερού» πρωθυπουργού, η Ελλάδα έχει πάψει να είναι από κάθε άποψη µια καπιταλιστική χώρα.

    Όπως σε κάθε καπιταλιστική χώρα, λοιπόν, έτσι και στην Ελλάδα «ο δισεκατοµµυριούχος δεν µπορεί να µοιράσει... ‘‘το εθνικό εισόδηµα’’ µιας καπιταλιστικής χώρας παρά µόνο: ‘‘ανάλογα µε το κεφάλαιο’’ (κι ακόµα, πρέπει να προσθέσουµε, ότι το µεγαλύτερο κεφάλαιο θα πάρει περισσότερα απ’ όσα του αναλογούν)... Το µοίρασµα δεν µπορεί να γίνει διαφορετικά παρά ‘‘σύµφωνα µε τη δύναµη’’...» (Λένιν, Άπαντα, τόµος 26, σελ. 361, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή).

    Αν δεν αλλάξει ο συσχετισμός της δύναμης, η «δίκαιη ανάπτυξη» για την οποία μιλούν το μόνο που εγγυάται είναι την αναπαραγωγή και την ένταση της αδικίας. Όπως ακριβώς και η κρίση τους. 
 


ΠΗΓΗ: enikos.gr