21 Μαΐ 2016

Και όμως, όλα είναι αποφασισμένα και συμφωνημένα από τον Οκτώβριο του 2011!

  
Από τον Ιανουάριο του 2015 ως τώρα γινόμαστε μάρτυρες μιας αντιπαράθεσης μεταξύ των κομμάτων που συνθέτουν τη μνημονιακή παράταξη, και ιδιαίτερα ανάμεσα στην Συγκυβέρνηση (ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ) και στην Αξιωματική Αντιπολίτευση με όρους από το παρελθόν του στυλ εμείς είμαστε το Φώς (ο ΣΥΡΙΖΑ μαζί με τον Συνεταίρο του τους ΑΝΕΛ πλασάρονται ως οι δυνάμεις της...

 σταθερότητας που έσωσαν τη χώρα), ενώ το Σκοτάδι το αντιπροσωπεύει η ΝΔ, η οποία εκφράζει ιδεολογικά τόσο την ΤΡΟΙΚΑ όσο και το ΔΝΤ και εκφράζει το παλιό όσο και την διαφθορά σύμφωνα με τον Πρωθυπουργό της χώρας.

Η Συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ–ΑΝΕΛ δηλώνει, ότι μπαίνουμε σε τροχιά ανάπτυξης το 2ο εξάμηνο του 2016, ιδίως αν ολοκληρωθεί η αξιολόγηση εντός του Μαΐου 2016, ενώ από τις αρχές του 2017 θα βγούμε στις αγορές. Επιπλέον, η Συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ–ΑΝΕΛ δηλώνει, ότι αν οριστικοποιηθεί η ρύθμιση της βιωσιμότητας του χρέους μέσω επιμήκυνσης τόσο των διακρατικών δανείων της 1ης Δανειακής Σύμβασης (ύψους 70 Δις), όσο και των δανείου ύψους 140 δις από τον EFSF, καθώς και του δανείου ύψους 83 δις ευρώ από τον ESM καθορίζοντας ενιαίο επιτόκιο 2%, τότε θα μπορούμε το 2050 να έχουμε διαμορφώσει την σχέση χρέος προς ΑΕΠ στο 103% (υπό την προϋπόθεση μέσου ετήσιου ρυθμού ανάπτυξης 2,5%.


 Τόσο η Συγκυβέρνηση όσο και τα υπόλοιπα μνημονιακά κόμματα, αποκρύβουν έντεχνα από τον λαό, ότι η πατρίδα μας θα βρίσκεται σε διαρκή εποπτεία από τους μηχανισμούς της Ευρωζώνης (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Συμβούλιο Υπουργών Οικονομικών, Συμβούλιο Κορυφής). Επομένως οι ατάκες εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ του στυλ, ότι βγαίνουμε από τα μνημόνια, καταρτίζουμε ΕΘΝΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ, έχουν μικρή αξία, αν αντιληφθούμε, ότι με βάση το νέο Δημοσιονομικό Σύμφωνο δεν έχουμε τη δυνατότητα ως ανεξάρτητη χώρα να ασκήσουμε δημοσιονομική πολιτική επί της ουσίας.

Πάρα πολλοί συμπατριώτες μας έχουν άγνοια, για το τι συμφωνήθηκε τον Οκτώβριο του 2011 στις Βρυξέλες στο Συμβούλιο Κορυφής, εκτός από την έγκριση της 2ης Δανειακής Σύμβασης ύψους 140 δις ευρώ μεταξύ Ελληνικής Κυβέρνησης, Τράπεζας της Ελλάδος και Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Τον Οκτώβριο του 2011 τροποποιήθηκαν (μέσω του Δημοσιονομικού Συμφώνου) όλες οι προηγούμενες συνθήκες, που περιέγραφαν το Δημοσιονομικό Πλαίσιο λειτουργίας της Ευρωζώνης. Παρουσιάζουμε παρακάτω τις βασικές αλλαγές που καθιερώθηκαν στην Δημοσιονομική Λειτουργία της Ευρωζώνης (πηγή: ΓΡΑΦΕΙΟ ΠΡΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ – Η ΝΕΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΣΤΗ ΖΩΝΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩ ΚΑΙ Η ΕΛΛΑΔΑ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2014) και ισχύουν από τον Οκτώβριο του 2011:

 1) Κάθε κράτος μέλος θεσμοθετεί και τηρεί τον κανόνα του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού («χρυσός κανόνας»): Αυτή είναι η σπουδαιότερη καινοτομία του Δημοσιονομικού Συμφώνου. Τα κράτη μέλη πρέπει να υιοθετήσουν κανόνες αυξημένης (συνταγματικής) ισχύος, που περιορίζουν το διαρθρωτικό έλλειμμα των προϋπολογισμών στο 0,5% του ΑΕΠ . Περιορίζει δηλαδή τη δυνατότητά τους να αναλαμβάνουν νέα χρέη! Εισάγει επίσης υποχρεώσεις για τη μείωση των χρεών ως ποσοστό του ΑΕΠ. Ως προς τα χρέη: Οι χώρες που έχουν λόγο χρέους προς ΑΕΠ άνω του 60%, οφείλουν να μειώνουν το υπερβάλλον χρέος κατά 1/20 κάθε χρόνο. Στην περίπτωση της χώρας μας με δημόσιο χρέος 323 δις ευρώ, το παραπάνω σημαίνει, ότι κάθε χρόνο θα πρέπει να μειώνουμε το χρέος κατά 5% (16 δις ευρω ετησίως). Αυτό σημαίνει, ότι οι χώρες αυτές, που είναι οι χώρες της περιφέρειας της Ε.Ε, πρέπει να έχουν κάθε χρόνο όχι μόνο ισοσκελισμένους αλλά πλεονασματικούς προϋπολογισμούς. Αν δεν επιτυγχάνεται αυτό, τότε επιβάλλεται πρόστιμο 0,2% του ΑΕΠ και ταυτόχρονα διακόπτεται η χορήγηση πόρων από τα ευρωπαϊκά ταμεία. Προσωρινές αποκλίσεις από τον «κανόνα του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού» επιτρέπονται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις ή όταν παρουσιάζεται σοβαρή κάμψη των οικονομικών δραστηριοτήτων («βαθιά ύφεση»). Μεγαλύτερα ελλείμματα επιτρέπονται, σε χώρες των οποίων το χρέος βρίσκεται κάτω από το όριο αναφοράς 60%!

2) Κάθε κράτος μέλος αποφασίζει μεσοπρόθεσμους στόχους (Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής τετραετούς διάρκειας, το οποίο όμως θα «επικαιροποιείται»). Το Μεσοπρόθεσμο θα πρέπει να είναι συμβατό με τους γενικούς προσανατολισμούς οικονομικής πολιτικής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, που προηγούνται και αποτελούν την κατάληξη μιας άλλης διαδικασίας. Θα προβλέπει, ανάμεσα σε άλλα, ενδεικτικούς ή δεσμευτικούς στόχους για τα ελλείμματα ή πλεονάσματα της γενικής κυβέρνησης και δεσμευτικές ανώτατες δαπάνες των Υπουργείων. Οι εθνικοί προϋπολογισμοί κάθε έτους θα πρέπει να κινούνται εντός των ορίων του Μεσοπρόθεσμου, το οποίο θα πρέπει να εγκρίνεται από τη Βουλή μέχρι το τέλος Μαΐου κάθε έτους.

3) Εθνικός νόμος θα πρέπει να προβλέπει μηχανισμό αυτόματης διόρθωσης τυχόν αποκλίσεων από δημοσιονομικούς στόχους. Το δημοσιονομικό σύμφωνο ενισχύει τις διαδικασίες συμμόρφωσης, υποχρεώνοντας τα κράτη μέλη να καθιερώσουν αυτόματους διορθωτικούς μηχανισμούς σε περίπτωση απόκλισης από το ποσοτικό όριο.

 4) Ο προϋπολογισμός θα υπόκειται σε προληπτική εποπτεία/ έλεγχο μέσα από την πολύπλοκη διαδικασία του «ευρωπαϊκού εξαμήνου». Η διαδικασία αυτή του ευρωπαϊκού εξαμήνου έχει ως στόχο, να εμποδίσει τη μετάδοση σε άλλα κράτη μέλη των συνεπειών που έχουν «κακοσχεδιασμένες» εθνικές πολιτικές. Η δημιουργία του ευρωπαϊκού εξαμήνου σημαίνει, ότι τα κράτη μέλη της Ε.Ε. θα ξεκινούν κάθε χρόνο έναν εκ των προτέρων συντονισμό των δημοσιονομικών και οικονομικών πολιτικών τους, για να διασφαλισθεί, ότι θα είναι συμβατές τόσο με το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης όσο και με τη στρατηγική «Ευρώπη 2020». Το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο λειτουργεί στη βάση ενός εξαμηνιαίου κύκλου, που αρχίζει κάθε χρόνο τον Ιανουάριο, όταν η Επιτροπή δημοσιεύει την Έκθεση για την Ετήσια Ανάπτυξη. Η αξιολόγηση γίνεται επί τη βάσει ενός καταλόγου δεικτών .

5) Η πορεία εκτέλεσης των προϋπολογισμών θα ελέγχεται στενότερα από την Επιτροπή, με την οποία η κυβέρνηση (κάθε κυβέρνηση) θα βρίσκεται σε μια συνεχή διαδικασία διαβούλευσης. Συναφώς, καθιερώνονται διάφορα προληπτικά μέτρα για να αποφευχθούν μεγάλες αποκλίσεις από τους (από κοινού) συμπεφωνημένους στόχους. Αν η δημοσιονομική εξέλιξη αποκλίνει από τα όρια που έχουν συμφωνηθεί για την αύξηση των δημοσίων δαπανών σ’ ένα κράτος μέλος, το τελευταίο θα καλείται, να υποβάλλει νέο σχέδιο δαπανών και σε περίπτωση που δεν γίνονται οι απαραίτητες διορθώσεις θα επιβάλλονται κυρώσεις.

6) Τα συμβαλλόμενα κράτη που υπόκεινται σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος θα πρέπει να συμφωνούν με την Επιτροπή «πρόγραμμα δημοσιονομικής και οικονομικής εταιρικής σχέσης», που θα περιλαμβάνει και λεπτομερή προγράμματα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ώστε να διασφαλισθεί μια διαρκής μείωση υπερβολικών ελλειμμάτων. Η εφαρμογή τους θα εποπτεύεται από την Επιτροπή και το Συμβούλιο μαζί με τους ετήσιους προϋπολογισμούς. Προβλέπεται όμως και καθεστώς «ενισχυμένης εποπτείας» για όσα κράτη μέλη προσφεύγουν στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης .

7) Ο εθνικός προϋπολογισμός θα πρέπει να ελέγχεται από ανεξάρτητες εθνικές αρχές. Τέτοιες αρχές είναι τα λεγόμενα «δημοσιονομικά συμβούλια» και ειδικά Γραφεία Προϋπολογισμού, που υπάγονται στα εθνικά κοινοβούλια και όχι στην εκτελεστική εξουσία (κυβέρνηση).

8) Κάθε χώρα θα υπάγεται σε καθεστώς «ενισχυμένης εποπτείας» όταν προσφεύγει στη χρηματοδοτική στήριξη του Ε.Μ.Σ. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 472 / 2013 για την ενίσχυση της οικονομικής και δημοσιονομικής εποπτείας των κρατών μελών στην Ζώνη του Ευρώ προβλέπει στο άρθρο 14, ότι «Τα κράτη μέλη παραμένουν υπό εποπτεία μετά το πρόγραμμα, εφόσον δεν έχει εξοφληθεί τουλάχιστον το 75 % της χρηματοδοτικής συνδρομής που έχει ληφθεί από ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη, τον ΕΜΧΣ, τον ΕΜΣ ή το ΕΤΧΣ. Το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής, μπορεί να παρατείνει τη διάρκεια της άσκησης εποπτείας μετά το πρόγραμμα, σε περίπτωση που εξακολουθεί να υπάρχει κίνδυνος για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα του οικείου κράτους μέλους. Η πρόταση της Επιτροπής θεωρείται ότι έχει εγκριθεί από το Συμβούλιο, εκτός αν το Συμβούλιο αποφασίσει με ειδική πλειοψηφία να την απορρίψει μέσα σε 10 ημέρες από την έγκρισή της από την Επιτροπή».

9) Η σύναψη μνημονίου συνεννόησης (memorandum of understanding) προβλέπεται γενικά, για κάθε δάνειο που θα χορηγείται από τον Ε.Μ.Σ. Ο Ε.Μ.Σ. «θα κινητοποιεί πόρους και θα προσφέρει στήριξη για τη σταθεροποίηση υπό αυστηρούς όρους οικονομικής πολιτικής» (strict conditionality). Επίσης, «οι όροι οικονομικής πολιτικής μπορούν να επεκτείνονται από ένα μακροοικονομικό πρόγραμμα προσαρμογής έως μια διαρκή δέσμευση για τον σεβασμό προκαθορισμένων όρων στήριξης». Τέλος, ο Ε.Μ.Σ. «μπορεί να αναθέτει στην Επιτροπή, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (Ε.Κ.Τ.) και, όπου κριθεί αναγκαίο, με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (Δ.Ν.Τ.) να διαπραγματεύεται ένα μνημόνιο συνεννόησης, που θα καθορίζει λεπτομερώς τους όρους οικονομικής πολιτικής». Επίσης, ακόμη και κράτη μέλη χωρίς «μνημόνιο» θα υπογράφουν «νομικά δεσμευτικές συμφωνίες» (contractual arrangements) με την Επιτροπή, αν αντλούν πόρους από το σχεδιαζόμενο νέο χρηματοδοτικό εργαλείο. Το νέο εργαλείο θα χρηματοδοτεί πέραν των κονδυλίων του «Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου 2014-2020» δράσεις για την ενίσχυση της απασχόλησης, της αποτελεσματικότητας στον δημόσιο τομέα, της έρευνας κ.α. Αυτά δεν θα αφορούν στην Ελλάδα, αν αναγκασθεί να προσφύγει σε νέο δάνειο και τρίτο «μνημόνιο». Με τις συμφωνίες αυτές τα κράτη μέλη πάλι θα δεσμεύονται, να υλοποιήσουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, όπως αυτές που περιγράφονται στις «εξειδικευμένες συστάσεις» της Επιτροπής και στα Εθνικά Προγράμματα μεταρρυθμίσεων που υποβάλλονται στο πλαίσιο του «ευρωπαϊκού εξαμήνου».




 10) Η νέα «αιρεσιμότητα» στα Διαρθρωτικά ταμεία. Η Ελλάδα αντλεί πολύτιμους πόρους από όλα τα διαρθρωτικά ταμεία ( ΕΤΠΑ, ΕΚΤ, ΤΑ, ΕΓΤΑΑ, ΕΤΘ). Για την επόμενη περίοδο 2014-2020 υπολογίζεται, ότι θα ανέλθουν χωρίς τους εθνικούς πόρους, σε τουλάχιστον 16,3 δισ. Ευρώ. Η αξιοποίησή τους θα στηρίζεται στα Σύμφωνα Εταιρικής Σχέσης (Σ.Ε.Σ,partnership agreements που αντικαθιστούν το Ε.Σ.Π.Α). 
Αλλά: (α) Σε περίπτωση που το κράτος μέλος λαμβάνει οικονομική ενίσχυση από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (Ε.Μ.Σ.) σε σύνδεση με προγράμματα οικονομικής προσαρμογής, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα δύναται να αναθεωρεί τα Σ.Ε.Σ. και τα Επιχειρησιακά Προγράμματα χωρίς πρόταση των κρατών μελών, δηλαδή μονομερώς. (β) Η Επιτροπή θα έχει άμεση δυνατότητα συμμετοχής στη διαχείριση των προγραμμάτων χωρίς προηγούμενη συγκατάθεση των κρατών μελών, αν αυτά έχουν στηριχθεί από το Ε.Μ.Σ. Επίσης (γ) Η εκταμίευση θα εξαρτάται από την επίτευξη των στόχων των Εθνικών Προγραμμάτων Μεταρρυθμίσεων και από την εκπλήρωση όρων μακροοικονομικής πολιτικής που θα διαμορφώνονται στο πλαίσιο άλλων διαδικασιών. Η απόκλιση θα μπορεί να οδηγεί σε αναστολή ή ακύρωση της χρηματοδότησης. (δ) Η αποδέσμευση πόρων θα εξαρτάται από «εκ των προτέρων όρους», που θα πρέπει να εκπληρώνονται πριν από την πρώτη εκταμίευση, για να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική αξιοποίησή τους και «εκ των υστέρων όρους», δηλαδή από τις επιδόσεις κατά την εφαρμογή των Σ.Ε.Σ. από τις οποίες θα εξαρτώνται οι συμπληρωματικές εκταμιεύσεις. Τα παραπάνω ενισχύουν τις δυνατότητες της Επιτροπής, να επιβάλλει τη συμμόρφωση των κρατών μελών σε κοινούς στόχους.

11)  Νέα διαδικασία επιβολής κυρώσεων. Το δημοσιονομικό σύμφωνο διευκολύνει την έναρξη και εξέλιξη μιας διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος σε βάρος ενός κράτους μέλους. Π.χ. καθιερώνει την αρχή της αντίστροφης πλειοψηφίας για τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης, αν επιχειρηθεί να διακοπεί η διαδικασία σε περίπτωση μη συμμόρφωσης κράτους μέλους με τις συστάσεις. Κάθε κράτος μέλος μπορεί να προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, αν εκτιμά, ότι άλλο κράτος δεν τηρεί τις δεσμεύσεις του συμφώνου. Αν το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο συμφωνήσει, μπορεί να επιβάλει κύρωση έως το 0,1% του ΑΕΠ του μη συμμορφούμενου κράτους.

Πηγή: Γρηγόρης Αυξεντίου – «Ημεροδρόμος»