18 Μαρ 2016

Αποφάσεις Αρείου Πάγου: Εργαζόμενοι θα αποζημιώνουν τους εργοδότες για εργατικό ατύχημα


Ανατροπή
Δύο αμφιλεγόμενες νομικά αποφάσεις του Αρείου Πάγου δημιουργούν νέα δεδομένα στο χάρτη των εργατικών δικαιωμάτων, ανατρέποντας τα νομικά κεκτημένα των ιδιωτικών υπαλλήλων. 
Πρόκειται για αποφάσεις που αφορούν την συνυπαιτιότητα

 του εργαζομένου σε εργατικό ατύχημα, ανοίγοντας το δρόμο στους εργοδότες να διεκδικούν αποζημίωση από τους εργαζομένους, αλλά και τη συνυπαιτιότητα του εργαζομένου σε εργατικά δυστυχήματα.

Με την πρώτη απόφαση, ο Άρειος Πάγος δίνει τη δυνατότητα στους εργοδότες, να διεκδικούν πλήρη αποζημίωση από τους εργαζόμενούς τους, για ζημιές που μπορούν να συμβούν εν ώρα εργασίας, αν αποδειχθεί, πως αυτές προκλήθηκαν από λάθος τους ίδιου του εργαζόμενου.

Ειδικότερα, ο Άρειος Πάγος εξετάζοντας υπόθεση του 2011 σχετικά με οδηγό μεγάλης νταλίκας που έχασε τον έλεγχο του οχήματος και προσέκρουσε στο μεταλλικό κιγκλίδωμα με αποτέλεσμα να καταστραφεί το φορτίο (γαλακτομικά) αλλά και η νταλίκα που τυλίχτηκε στις φλόγες.

Το περιστατικό συνέβη στον αυτοκινητόδρομο Μπολόνια - Ανγκόνα στην Ιταλία. Η νταλίκα ιδιοκτησίας ελληνικής εταιρείας κινούνταν με ταχύτητα 90 χιλιομέτρων την ώρα όταν ξέφυγε από την πορεία του και συγκρούστηκε στο μεταλλικό κιγκλίδωμα. Το φορτίο και το μεγαλύτερο μέρος της νταλίκας καταστράφηκαν, ενώ ο οδηγός πρόλαβε να βγει ζωντανός από το φλεγόμενο όχημα.

Η υπόθεση πήγε στα δικαστήρια και τελικά έφτασε στον Άρειο Πάγο, ο οποίος υιοθέτησε την απόφαση του Εφετείου, κρίνοντας πως ο οδηγός της νταλίκας δεν εκτέλεσε την εργασία του με επιμέλεια ως όφειλε και για αυτό ευθύνεται για τη ζημιά που προκάλεσε στον εργοδότη του.  Το ποσοστό συνυπαιτιότητάς του στο ατύχημα αναγνωρίστηκε στο 99% και ως εκ τούτου ο εργοδότης μπορεί να αξιώσει αποζημίωση από τον υπάλληλό του.

Όπως αναφέρεται στην απόφαση: «Υπαίτιος του ατυχήματος και των συνεπειών που προκλήθηκαν από αυτό είναι ο οδηγός του οχήματος, καθόσον αυτός παρότι έμπειρος και ικανός ασχολούμενος επαγγελματικά με την οδήγηση φορτηγών, επέδειξε αμέλεια κατά την εκτέλεση ελιγμού προς τα αριστερά και δεν συγκράτησε το όχημα που οδηγούσε, κατά τρόπο ώστε αυτό να παραμείνει κινούμενο εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, αλλά έχασε τον έλεγχο αυτού, τον οποίο δεν ανέκτησε, με τις περαιτέρω συνέπειες...».

Κατά πλειοψηφία οι ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί απέρριψαν τον ισχυρισμό του οδηγού, που υποστήριξε πως ο ίδιος δεν φέρει ευθύνη για αυτό που συνέβη και πως η ζημιά θα πρέπει να βαρύνει αποκλειστικά τον εργοδότη και όχι τον ίδιο «ως εμπίπτουσα στη σφαίρα του επιχειρηματικού κινδύνου». Το βασικό επιχείρημα του οδηγού ήταν, πως τα λάστιχα που είχαν τοποθετηθεί στην νταλίκα ήταν προβληματικά και για αυτό έχασε τον έλεγχο του οχήματος.

Ένα μέλος του δικαστηρίου, που μειοψήφησε, στήριξε τον οδηγό, υπογραμμίζοντας πως δεν μπορεί να υπάρξει απόλυτη συνυπαιτιότητα του εργαζομένου σε ένα εργατικό ατύχημα, καθώς «ο εργοδότης με την αντιπαροχή του αμείβει την εργασία και όχι την ανάληψη κινδύνου». «Ο μισθός που λαμβάνει ο εργαζόμενος δεν αντισταθμίζει τους κινδύνους ζημιών, στους οποίους αυτός εκτίθεται κατά την εκτέλεση της εργασίας του, μέσα σε συνθήκες ή καταστάσεις πίεσης τις οποίες αποκλειστικά διαμορφώνει και επηρεάζει ο εργοδότης. Ακόμη και για τον πιο επιμελή και ευσυνείδητο εργαζόμενο ενδέχεται να καταστεί αναπόφευκτη μια στιγμιαία χαλάρωση της προσοχής με εντελώς δυσανάλογες συνέπειες», σημείωσε.

Αντιδράσεις έχει προκαλέσει και δεύτερη απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναγνωρίζεται υψηλό ποσοστό συνυπαιτιότητας σε έναν 41χρονο οδηγό νταλίκας για το θάνατό του εν ώρα εργασίας. Ο οδηγός βυτιοφόρου έχασε τη ζωή του σε αυτοκινητικό δυστύχημα ενώ εκτελούσε το δρομολόγιο από το Ζάκρο Καρδίτσας στον Ταύρο Αττικής μεταφέροντας γάλα. Το όχημα ξέφυγε από την πορεία του και έπεσε στον γκρεμό με αποτέλεσμα ο οδηγός να βρει τραγικό θάνατο. Οι γονείς και τα αδέλφια του 41χρονου προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη διεκδικώντας αποζημίωση και υποστηρίζοντας πως ο θάνατός του οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη. Όπως υποστήριξαν, η εταιρεία τον ανάγκαζε να εκτελεί συνεχή δρομολόγια πέρα του νόμιμου ωραρίου εργασίας, επί οκτώ ώρες κάθε μέρα, χωρίς ξεκούραση. Μάλιστα στην προσφυγή τους σημείωναν, πως ο 41χρονος φοβούμενος μη χάσει τη δουλειά του εργαζόταν νυχθημερόν.

Η εργοδοσία, μέσω των νομικών της εκπροσώπων, ισχυρίστηκε, πως ο θάνατος του οδηγού οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον ίδιο, καθώς δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, κάτι που ενδεχομένως να του έσωζε τη ζωή. Αυτή η παράλειψη, σύμφωνα με τους δικηγόρους της εταιρείας, θεμελιώνει συνυπαιτιότητα του θανόντος κατά 40% και η αποζημίωση που θα επιδικάσει το δικαστήριο στους συγγενείς του, θα πρέπει να είναι σε άμεση συνάφεια με το γεγονός αυτό.

Με δεδομένο πως στο αίμα του 41χρονου δεν ανιχνεύθηκε αλκοόλ ή κάποια άλλη ουσία, οι εφέτες έκαναν εν μέρει δεκτό τον ισχυρισμό της οικογένειας του 41χρονου, κρίνοντας πως η εταιρεία ευθύνεται για το θάνατό του σε ποσοστό 60%, επειδή τον ανάγκαζε να εργάζεται κατά παράβαση του ωραρίου, ενώ σε ποσοστό 40% ευθύνεται ο ίδιος, καθώς δεν φορούσε ζώνη, όπως όφειλε. Άρα βάσει της απόφασης του Εφετείου η εταιρεία θα πρέπει να αποζημιώσει την οικογένεια σε ποσοστό 60%.

Ωστόσο, ο Άρειος Πάγος ανέτρεψε εν μέρει την απόφαση του Εφετείου, διαπιστώνοντας όπως αναφέρεται, πως υπήρξαν κενά και αντιφάσεις στην αιτιολόγησή της. Σύμφωνα με τον Άρειο Πάγο, το Εφετείο στην απόφασή του δεν παραθέτει στοιχεία, που να δικαιολογούν την κόπωση του θανόντος, γεγονός που θα ενίσχυε τον ισχυρισμό της εξάντλησης και των μειωμένων αντανακλαστικών του.

Ο Άρειος Πάγος στην απόφασή του σημειώνει, πως ο 41χρονος πράγματι εργάστηκε καθ’ υπέρβαση του νόμιμου ωραρίου εργασίας του, ωστόσο μόνο κατά 3,5 ώρες και μόνο κατά την ημέρα που έλαβε χώρα το δυστύχημα. Σύμφωνα με το ανώτατο δικαστήριο από αυτό «δεν επάγεται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, λόγω και της ολιγόωρης απασχόλησης του θανόντος κατά τις δύο προηγούμενες ημέρες του δυστυχήματος αλλά και της μη απασχόλησής του τέσσερις ημέρες πριν τον θάνατό του, τέτοιο αποτέλεσμα». Έτσι ο Άρειος Πάγος επέστρεψε την υπόθεση στο Εφετείο για νέα κρίση.