16 Δεκ 2015

Μνημονιακό πατινάζ σε λεπτό στρώμα πάγου


Του ΠΕΤΡΟΥ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
Όποιοι εξακολουθούν να πιστεύουν, επειδή έχουν ανάγκη να το πιστεύουν, ότι το γερμανικό κατεστημένο δεν έχει άλλο πόθο από την ανατροπή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, μάλλον δεν θα πιστεύουν στα μάτια τους διαβάζοντας το πρόσφατο κύριο άρθρο της απολύτως συστημικής...

 Suddeutsche Zeitung: 

«Σχε­δόν κάθε εβδο­μά­δα, η κυ­βέρ­νη­ση του Αλέξη Τσί­πρα ψη­φί­ζει με­ταρ­ρυθ­μί­σεις στο κοι­νο­βού­λιο, πε­ρι­κό­πτο­ντας δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια. Κάθε νο­μο­σχέ­διο φέρ­νει νέα, οδυ­νη­ρά μέτρα. Οποια­δή­πο­τε άλλη χώρα θα είχε δια­λυ­θεί από μια τόσο σκλη­ρή πο­λι­τι­κή. Ωστό­σο, η κυ­βέρ­νη­ση, με πλειο­ψη­φία μόλις τριών ψήφων, εμ­φα­νί­ζε­ται απρό­σμε­να αν­θε­κτι­κή, όπως φαί­νε­ται και από την υπερ­ψή­φι­ση του προ­ϋ­πο­λο­γι­σμού λι­τό­τη­τας για το 2016». 

Την έκ­δη­λη συ­μπά­θεια της φι­λε­λεύ­θε­ρης-κε­ντρο­α­ρι­στε­ρής Suddeutsche Zeitung για την «αν­θε­κτι­κή» κυ­βέρ­νη­ση ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ-ΑΝΕΛ δεν συμ­με­ρί­ζε­ται, όμως, η αρι­στε­ρή-εναλ­λα­κτι­κή εφη­με­ρί­δα Tageszeitung, η οποία, την ίδια μέρα, έγρα­φε, ότι ο Αλέ­ξης Τσί­πρας «μας απο­χαι­ρε­τά για τα Χρι­στού­γεν­να όχι με ευχές, αλλά με έναν ακόμη γύρο λι­τό­τη­τας... Στην Ελ­λά­δα η κοινή γνώμη τα­λα­ντεύ­ε­ται με­τα­ξύ πα­ραί­τη­σης και οργής. Πολ­λοί βλέ­πουν τον Τσί­πρα ως προ­δό­τη, καθώς είχε υπο­σχε­θεί να τερ­μα­τί­σει την πο­λι­τι­κή λι­τό­τη­τας των προ­κα­τό­χων του, αλλά τώρα υπο­χρε­ώ­νε­ται να συ­νερ­γα­στεί με τις Βρυ­ξέλ­λες πιο στενά από όλους τους προ­κα­τό­χους του». 

Έτσι είναι η ζωή... Κάπου κερ­δί­ζεις νέους φί­λους, κάπου χά­νεις πα­λιούς... Στη συ­νεί­δη­ση του Αλέξη Τσί­πρα, πά­ντως, το ισο­ζύ­γιο είναι αναμ­φί­βο­λα θε­τι­κό. Από­δει­ξη η απά­ντη­σή του στην Ντόρα Μπα­κο­γιάν­νη, που τον είχε κα­τη­γο­ρή­σει για «οίηση», από το βήμα της Βου­λής: «Θα ήταν δι­καιο­λο­γη­μέ­νη και λίγη οίηση από έναν άν­θρω­πο που δεν ανήκε σε πο­λι­τι­κό τζάκι και κα­τά­φε­ρε να γίνει πρω­θυ­πουρ­γός στα 40 του χρό­νια». Ιδού ένας πραγ­μα­τι­κός Γκιού­λι­βερ σε μια χώρα ‒ και σε ένα κόμμα ‒ πυγ­μαί­ων, που δεν έχει κα­νέ­να «αρι­στε­ρό» κό­μπλεξ και δεν εμπο­δί­ζε­ται από καμιά υπο­κρι­τι­κή σε­μνό­τη­τα να πει τα πράγ­μα­τα με το όνομά τους! 

Η υπερ­χει­λί­ζου­σα αυ­το­ε­κτί­μη­ση (για να χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με όσο γί­νε­ται πιο ευ­γε­νι­κή έκ­φρα­ση) του πρω­θυ­πουρ­γού δεν βα­σί­ζε­ται, βέ­βαια, στο εντυ­πω­σια­κό έργο της (νέας) κυ­βέρ­νη­σής του στους μόλις τρεις μήνες της ζωής της: τον δρο­μο­λο­γη­μέ­νο ακρω­τη­ρια­σμό των συ­ντά­ξε­ων και του επι­δό­μα­τος θέρ­μαν­σης, την απε­λευ­θέ­ρω­ση των πλει­στη­ρια­σμών πρώ­της κα­τοι­κί­ας, την ιδιω­τι­κο­ποί­η­ση λι­μα­νιών, αε­ρο­δρο­μί­ων και ΑΔΜΗΕ, το ξε­πού­λη­μα των τρα­πε­ζών μπιρ παρά, την πα­ρά­δο­ση κόκ­κι­νων δα­νεί­ων στους γύπες των distress funds. 

Ο μο­να­δι­κός πα­ρά­γο­ντας, που κα­τα­φέρ­νει να τρέ­φει το πολύ απαι­τη­τι­κό Εγώ του πρω­θυ­πουρ­γού, είναι η ανυ­παρ­ξία των πο­λι­τι­κών του αντι­πά­λων μέσα σ’ αυτήν τη Βουλή. Από τη μία πλευ­ρά, τα πα­λαιο­μνη­μο­νια­κά κόμ­μα­τα, με πρώτη τη Νέα Δη­μο­κρα­τία, πε­ρι­δι­νού­νται σε μια αξε­πέ­ρα­στη κρίση στρα­τη­γι­κής, έχο­ντας συ­νυ­πο­γρά­ψει με τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ τις βα­ρύ­τα­τες δε­σμεύ­σεις στους πι­στω­τές. Από την άλλη, το ΚΚΕ επι­μέ­νει να καλ­λιερ­γεί το δικό του, κα­τα­δι­κό του μικρό χω­ρα­φά­κι στην αρι­στε­ρή άκρη του αστι­κού πο­λι­τι­κού συ­στή­μα­τος, παρά να δια­κιν­δυ­νεύ­σει τη «μό­λυν­ση» του κομ­μα­τι­κού σώ­μα­τος από επι­κίν­δυ­να «καινά δαι­μό­νια» ‒ κάτι που θα δια­κιν­δύ­νευε με μια ανα­τρε­πτι­κή γραμ­μή διεκ­δί­κη­σης της ηγε­μο­νί­ας μέσα σε ένα πραγ­μα­τι­κά επι­κίν­δυ­νο κί­νη­μα μαζών, υπερ­βαί­νο­ντας το αυ­στη­ρό τε­λε­τουρ­γι­κό των κομ­μα­τι­κών πα­ρε­λά­σε­ων. 

Παρ’ όλα αυτά, ο Αλέ­ξης Τσί­πρας δια­τη­ρεί αρ­κε­τή κοινή λο­γι­κή, ώστε να μην παίρ­νει πολύ σο­βα­ρά τις ίδιες τις κο­μπορ­ρη­μο­σύ­νες του. Γνω­ρί­ζει, ότι στη δύ­σκο­λη εποχή που ζούμε, οι κυ­βερ­νή­σεις δεν πέ­φτουν από τους αντι­πά­λους τους αλλά από τον χει­ρό­τε­ρο εχθρό τους, τον ίδιο τους τον εαυτό και την πο­λι­τι­κή που εφαρ­μό­ζουν. Αντι­λαμ­βά­νε­ται, ότι η τα­πει­νω­τι­κή του συν­θη­κο­λό­γη­ση πά­γω­σε τον κόσμο (πε­ρισ­σό­τε­ρο απ’ όλους τον πλη­γω­μέ­νο κόσμο της Αρι­στε­ράς) αλλά με αντί­τι­μο να εξα­να­γκά­ζε­ται ο ίδιος σε διαρ­κείς πι­ρου­έ­τες πάνω σε ένα λεπτό στρώ­μα πάγου. Οι πρό­σφα­τες, αρ­κε­τά μα­ζι­κές δια­δη­λώ­σεις με αφορ­μή τις δύο γε­νι­κές απερ­γί­ες και το Πο­λυ­τε­χνείο απο­κά­λυ­ψαν τις πρώ­τες ρωγ­μές και ενί­σχυ­σαν την υπο­ψία, ότι κάτω από τον πο­λι­τι­κό πα­γε­τώ­να που μας πλά­κω­σε κυ­λά­νε με­γά­λες φλέ­βες οργής, που δεν βρί­σκουν ακόμη διέ­ξο­δο προς την επι­φά­νεια. 

Είναι αυτές οι κραυ­γές και ψί­θυ­ροι του κοι­νω­νι­κού σώ­μα­τος που ασκούν πίεση σε στε­λέ­χη και βου­λευ­τές του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, εγκα­θι­στώ­ντας τον διαρ­κή φόβο του «κοι­νο­βου­λευ­τι­κού ατυ­χή­μα­τος» στο Μέ­γα­ρο Μα­ξί­μου. Από εδώ το κα­θη­με­ρι­νό, σχε­δόν, «μασάζ» του ίδιου του πρω­θυ­πουρ­γού και των στε­νό­τε­ρων συ­νερ­γα­τών του στην κοι­νο­βου­λευ­τι­κή ομάδα του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ. Από εδώ και ο τρα­γέ­λα­φος της «εθνι­κής συ­ναί­νε­σης», του συμ­βου­λί­ου αρ­χη­γών στο προ­ε­δρι­κό μέ­γα­ρο και των απί­θα­νων ανοιγ­μά­των, πότε στο ΠΑΣΟΚ και το Πο­τά­μι, πότε στον Λε­βέ­ντη, προς ανα­ζή­τη­ση εφε­δρειών α λα καρτ σε πε­ρί­πτω­ση ανά­γκης. 

Επο­μέ­νως, το εν­δε­χό­με­νο ση­μα­ντι­κών πο­λι­τι­κών εξε­λί­ξε­ων (όχι κατ’ ανά­γκην εκλο­γών) μέσα στο επό­με­νο εξά­μη­νο είναι υπαρ­κτό και υπο­χρε­ώ­νει όλες τις αρι­στε­ρές ρι­ζο­σπα­στι­κές δυ­νά­μεις να το λά­βουν υπόψη στους όποιους σχε­δια­σμούς τους. Ωστό­σο, η όποια φθορά της ση­με­ρι­νής πλειο­ψη­φί­ας και οι όποιες ανα­κα­τα­τά­ξεις σε κυ­βερ­νη­τι­κό επί­πε­δο δεν θα με­τα­φρα­στούν κατ’ ανά­γκη σε κί­νη­ση ση­μα­ντι­κής με­ρί­δας κό­σμου προς τη ρι­ζο­σπα­στι­κή Αρι­στε­ρά, όπως κι αν την ορί­ζει κα­νείς. Πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο που ο συν­δυα­σμός της μνη­μο­νια­κής κα­ται­γί­δας με την προ­σφυ­γι­κή κρίση και την απα­ξί­ω­ση της Αρι­στε­ράς εξαι­τί­ας της μνη­μο­νια­κής στρο­φής του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ κα­θι­στά πολύ, πολύ σο­βα­ρό τον κίν­δυ­νο ενί­σχυ­σης ακραία αντι­δρα­στι­κών, εθνι­κι­στι­κών τά­σε­ων, των οποί­ων η Χρυσή Αυγή είναι μόνο μία από τις δυ­να­τές εκ­φρά­σεις. 

Σ’ αυτό το φόντο, οι δυ­νά­μεις της ρι­ζο­σπα­στι­κής αντι­μνη­μο­νια­κής Αρι­στε­ράς οφεί­λουν, πρώτα απ’ όλα να ρι­ζώ­σουν και να δώ­σουν τον κα­λύ­τε­ρο εαυτό τους στα κοι­νω­νι­κά κι­νή­μα­τα, που ανα­πό­φευ­κτα θα ανα­πτυ­χθούν (έστω και με σπο­ρα­δι­κό, απο­σπα­σμα­τι­κό στην αρχή τρόπο) το επό­με­νο διά­στη­μα. Κάθε επι­τυ­χία, κάθε ανα­τρο­πή ή κα­θυ­στέ­ρη­ση των μνη­μο­νια­κών μέ­τρων, έστω και με­ρι­κή και προ­σω­ρι­νή, θα παί­ξει πο­λύ­τι­μο ρόλο στην ανα­στύ­λω­ση του ηθι­κού, της αυ­το­πε­ποί­θη­σης, της απαι­τη­τι­κό­τη­τας των λαϊ­κών δυ­νά­με­ων που έχουν υπο­στεί σο­βα­ρό­τα­το πλήγ­μα. 

Πα­ράλ­λη­λα, είναι επεί­γου­σα ανά­γκη η δια­μόρ­φω­ση ενός πει­στι­κού, επε­ξερ­γα­σμέ­νου εναλ­λα­κτι­κού προ­γράμ­μα­τος για την έξοδο από τα μνη­μό­νια και το χρέος. Το κενό σ’ αυτό το πεδίο έγινε φα­νε­ρό μετά τη 13η Ιου­λί­ου και ιδιαί­τε­ρα στην προ­ε­κλο­γι­κή πε­ρί­ο­δο. Εναλ­λα­κτι­κό πρό­γραμ­μα δεν ση­μαί­νει, για τη μα­χό­με­νη Αρι­στε­ρά, άθροι­σμα συν­δι­κα­λι­στι­κών διεκ­δι­κή­σε­ων και ορα­μά­των για μια μέλ­λου­σα ζωή, ούτε ανα­πτυ­ξια­κό, τε­χνο­κρα­τι­κό, κυ­βερ­νη­τι­κό μπού­σου­λα. Ση­μαί­νει, ή πρέ­πει να ση­μαί­νει, τη δική μας αφή­γη­ση για την ανα­τρο­πή του σκλη­ρού, μνη­μο­νια­κού πα­ρό­ντος από τις εκ­με­ταλ­λευό­με­νες τά­ξεις, με βα­σι­κές κα­τευ­θυ­ντή­ριες ιδέες για την Ελ­λά­δα που θέ­λου­με και τη θέση της στον δύ­σκο­λο κόσμο που μας πε­ρι­βάλ­λει. Η έξο­δος από το ευρώ και η σύ­γκρου­ση με την ΕΕ απο­τε­λεί ανα­γκαίο γόρ­διο δεσμό, που οφεί­λου­με να κό­ψου­με, όπως έδει­ξε η οδυ­νη­ρή εμπει­ρία της πρώ­της κυ­βέρ­νη­σης ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ-ΑΝΕΛ, και όχι κά­ποια «πα­τριω­τι­κή» ιδε­ο­λη­ψία. 

Η απει­λή να επε­κτα­θεί, να εδραιω­θεί και να μο­νι­μο­ποι­η­θεί μια ιστο­ρι­κών δια­στά­σε­ων ήττα του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος και της Αρι­στε­ράς κα­θι­στά κάτι πε­ρισ­σό­τε­ρο από επεί­γου­σα την ανά­γκη ενός ενιαί­ου με­τώ­που όλων των μα­χό­με­νων κοι­νω­νι­κών και πο­λι­τι­κών δυ­νά­με­ων του αντι­μνη­μο­νια­κού, αντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κού αγώνα. Δεν αρκεί μόνο η ενό­τη­τα δρά­σης σε επι­μέ­ρους μάχες, όσο χρή­σι­μη κι αν είναι. Τί­πο­τα δεν δι­καιο­λο­γεί, ιδιαί­τε­ρα στη ση­με­ρι­νή, τόσο δύ­σκο­λη συ­γκυ­ρία, δια­μά­χες για το πώς θα σχί­σου­με την τρίχα στα τρία και πε­ρι­χα­ρα­κώ­σεις που απο­πνέ­ουν ναρ­κισ­σι­σμό των μι­κρών δια­φο­ρών. 

Τε­λευ­ταίο σε σειρά αλλά όχι σε ση­μα­σία, απαι­τεί­ται από όλους μας γεν­ναία αυ­το­κρι­τι­κή για τις δια­ψεύ­σεις και τις ήττες του προη­γού­με­νου δια­στή­μα­τος. Το απαι­τεί ο κό­σμος που μας ακού­ει και μας ζυ­γιά­ζει, το απαι­τεί η ίδια η εξέ­λι­ξη των πραγ­μά­των, την τε­λευ­ταία πε­ντα­ε­τία, που απο­κά­λυ­ψε την κρίση όλων των υπαρ­κτών αρι­στε­ρών υπο­δειγ­μά­των ‒ κα­θε­νός με τον δικό του τρόπο. 

Η Λαϊκή Ενό­τη­τα δια­κή­ρυ­ξε από την πρώτη στιγ­μή της εμ­φά­νι­σής της, ότι αντι­λαμ­βά­νε­ται τον εαυτό της όχι ως έτοι­μη λύση, αλλά ως ανοι­χτή προ­σπά­θεια για τη συ­γκρό­τη­ση του ανα­τρε­πτι­κού, αντι­μνη­μο­νια­κού με­τώ­που, που έχει ανά­γκη ο κό­σμος της ερ­γα­σί­ας. 
Όχι ως επα­νά­λη­ψη, σε βελ­τιω­μέ­νη έστω μορφή, προη­γού­με­νων (και απο­τυ­χη­μέ­νων, τε­λι­κά) σχε­δί­ων της Αρι­στε­ράς, αλλά ως ένα και­νούρ­γιο εγ­χεί­ρη­μα εκ θε­με­λί­ων επα­νί­δρυ­σής της.  
Η μέχρι τώρα πο­ρεία της επι­βε­βαιώ­νει, πι­στεύω, την ει­λι­κρί­νεια των προ­θέ­σε­ών της. Αλλά βέ­βαια, τα πιο δύ­σκο­λα βρί­σκο­νται μπρο­στά της ‒ και μπρο­στά στον κα­θέ­να μας ξε­χω­ρι­στά.

*Πηγή: rproject.gr