26 Οκτ 2015

Συμβιβασμοί κι εκβιασμοί: Η μεταδημοκρατική Αριστερά

  
Του Αυγουστίνου Ζενάκου
 

Τα πρόσωπα μπορεί να είναι τα ίδια, όμως όσα συνέβησαν από τον Ιανουάριο ως τον Σεπτέμβριο κάνουν αυτό που ήταν ένας συμβιβασμός ως στοιχείο μιας ριζοσπαστικής πολιτικής, να είναι σήμερα ένας κυνισμός ως στοιχείο μιας συντηρητικής πολιτικής…
 
 

Το βασικό επιχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ (όχι μόνο του Αλέξη Τσίπρα, της ηγετικής ομάδας και των βουλευτών που ψήφισαν «ναι» στη συμφωνία, αλλά κι ενός μεγάλου μέρους του κόσμου και των ψηφοφόρων του) είναι το εξής: δεν μεταμορφωθήκαμε σε μνημονιακούς και νεοφιλελεύθερους εν μια νυκτί, αλλά ηττηθήκαμε, μετά από σκληρή μάχη, και αναγκαστήκαμε να υποκύψουμε σ’ έναν επώδυνο συμβιβασμό, προκειμένου να αποτρέψουμε την ολοκληρωτική εξόντωσή μας. Και μαζί μας ηττήθηκαν οι δυνάμεις της εργασίας και η μεσαία τάξη, η πλειοψηφία του λαού που εκπροσωπούμε, διότι τόσο η προηγούμενη κυβέρνησή μας όσο και η νέα είναι ταξικά μεροληπτικές, όπως άλλωστε αρμόζει σε ένα ταξικά μεροληπτικό κόμμα.

Ο συμβιβασμός αυτός, όμως, δεν μπορεί να οδηγεί ξαφνικά στην κατηγορία ότι ο Αλέξης Τσίπρας είναι το ίδιο με τον Αντώνη Σαμαρά ή τον Ευάγγελο Βενιζέλο, ο Αριστείδης Μπαλτάς το ίδιο με τον Κωνσταντίνο Αρβανιτόπουλο, ο Νίκος Παρασκευόπουλος το ίδιο με τον Χαράλαμπο Αθανασίου, η Τασία Χριστοδουλοπούλου το ίδιο με τον Νίκο Δένδια, ο Νίκος Ξυδάκης ή ο Ευκλείδης Τσακαλώτος το ίδιο με τον Άδωνι Γεωργιάδη ή τον Μάκη Βορίδη.

Οι άνθρωποι του ΣΥΡΙΖΑ παραμένουν όχι μόνο αριστεροί αλλά και αποφασισμένοι να συνεχίσουν να μάχονται. Κι αυτό (λέει το επιχείρημα) πρέπει επίσης να τους αναγνωριστεί: ότι, παρά την ήττα, αναλαμβάνουν την ευθύνη, μένουν σταθεροί και επιμένουν – αντί να δραπετεύουν και να καταφεύγουν στην εύκολη λύση της καταγγελίας. Διότι ακόμη και τα προβλήματα που ορθά καταγγέλλουν όσοι έφυγαν (ο αρχηγισμός και η «αυλή» του αρχηγού, η αποξένωση του κόμματος και της κινηματικής βάσης, η υποτίμηση των συλλογικών διαδικασιών, οι κακές επιλογές υπουργών, οι συνταγματικά αμφιλεγόμενες κοινοβουλευτικές πρακτικές, τα προβληματικά νομοσχέδια, η νεοαυριανιστική τακτική διαρροών στα ολοένα πληθυνόμενα φίλια ΜΜΕ), τελικά δεν θα τα πολεμήσουν αυτοί που έφυγαν, αλλά αυτοί που έμειναν και συνεπώς είναι σε θέση να κάνουν κάτι για όλα αυτά. Πολλοί άνθρωποι του ΣΥΡΙΖΑ και πολλοί υποστηρικτές του είναι ειλικρινείς, πιστεύω.

Όμως, στο επιχείρημά τους υπάρχουν δύο χαμηλόφωνες αλλά καίριες διαστρεβλώσεις που, αν επισημανθούν, κάνουν το συμπέρασμα να αλλάζει ριζικά. Η μία διαστρέβλωση έχει να κάνει με το «εν μια νυκτί», με το «ξαφνικά». Η άλλη με το «ίδιοι». Πρόκειται εδώ για ένα πρόβλημα περιστολής: το βασικό επιχείρημα υπεράσπισης του ΣΥΡΙΖΑ αφενός συμπυκνώνει τον πολιτικό χρόνο σε μια στιγμή απόφασης, μια στιγμή εκβιασμού, εκεί, στη 13η Ιουλίου· αφετέρου θεσπίζει μια αφαίρεση, όπου υπάρχουν μόνο δύο νοητές πολιτικές συνομοταξίες, αυτή του αριστερού ΣΥΡΙΖΑ κι αυτή της (άκρο) δεξιάς Νέας Δημοκρατίας.

Αν λοιπόν επισημάνουμε αυτές τις δύο μικρές πονηριές, τότε ο πολιτικός χρόνος ανοίγει, φτάνει ενδεχομένως ως το 2012 και ως τη στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ από εκείνο το σημείο και μετά. Σε σχέση με τον περίφημο «εκβιασμό», είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε, ότι πριν από τις 13 Ιουλίου υπήρχε μια σειρά αποφάσεων, που απλώνονται σε διάστημα ετών – αποφάσεων που τις έχουμε περιγράφει διεξοδικά από τις σελίδες τούτου του περιοδικού και τις οποίες, χάριν συντομίας, δεν θα επαναλάβω τώρα. Δεν είμαστε αναγκασμένοι να βλέπουμε την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ σαν την απόφαση κάποιου που τον φερμάρανε άξαφνα στα σκοτεινά κι έδωσε τρέμοντας το πορτοφόλι του για να σώσει τη ζωή του. Κι ούτε είμαστε, επιπλέον, υποχρεωμένοι να δεχτούμε, πως αν απορρίπτουμε την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, τότε είμαστε καταδικασμένοι να ταυτίζουμε αυτόματα τις καλύτερες δικές του ατομικές περιπτώσεις με τις χειρότερες των άλλων.

Αυτό, όμως, που κυρίως γεννούν το άνοιγμα του πολιτικού χρόνου και η άρνηση της αφαίρεσης είναι το εξής ερώτημα: από πού προκύπτει ότι όποιος μένει στον ΣΥΡΙΖΑ θα συνεχίσει να μάχεται; Ή, μάλλον, η ορθότερη διατύπωση του ερωτήματος είναι η ακόλουθη: τι σημαίνει «μάχομαι» σε μια τέτοια περίπτωση; Διότι, αν βγούμε από τον στενό κορσέ του επιχειρήματος πως κάποιος τάχατες αναπάντεχα μας τραυμάτισε στις 13 Ιουλίου και τώρα επιβάλλεται να «μείνουμε όρθιοι», τότε επιβάλλεται να ρωτήσουμε, ποια μάχη ακριβώς δόθηκε σε κάθε στιγμή της πορείας του ΣΥΡΙΖΑ και ποια ήταν η έκβασή της, που θα μπορούσε να προοιωνίζεται άλλες ανάλογες μάχες στο μέλλον;

Τι έκαναν όσοι από το 2012 αποτελούσαν τις ποικίλες αντιπολιτεύσεις στον ολοένα ενισχυόμενο προεδροκεντρικό ΣΥΡΙΖΑ, καθώς διαπίστωναν τις σταδιακές αλλά αλλεπάλληλες υποχωρήσεις του από τα ριζοσπαστικά του προτάγματα;

Αυτή, άλλωστε, είναι και μια από τις πιο τσουχτερές κριτικές προς όσους δημιούργησαν τη Λαϊκή Ενότητα: πως σε όλες τις φάσεις της ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ, από το 2012 και ως την παραμονή των εκλογών του Σεπτεμβρίου 2015, δεν έκαναν παρά ελάχιστα για να αλλάξουν την πορεία του κόμματος, αλλά αρκέστηκαν στο να καταγράφουν τις δυνάμεις τους παράλληλα προς την ηγεσία, να παραμένουν κύριοι του «μαγαζιού» τους και να εξαργυρώνουν την εσωκομματική τους ισχύ με υπουργεία – όλα αυτά καθόσον, έστω κι αν οι τροπολογίες που κατέθεταν στα όργανα χρησιμοποιούσαν σκληρή γλώσσα, στην πραγματικότητα υπερασπίζονταν τις κεντρικές επιλογές. Και υπερασπίζονταν και τη διαπραγμάτευση του Αλέξη Τσίπρα, ενώ ακόμη κι όταν καταψήφισαν τη συμφωνία, δεν έφυγαν, αλλά περίμεναν, ωσότου κατέστη εμφανές πως θα αποκλείονταν από τις λίστες.

Από την άλλη, αν πρόκειται να κρίνει κανείς τόσο αυστηρά τη στάση της Αριστερής Πλατφόρμας, οφείλει να παραδεχτεί, ότι με παρόμοιο τρόπο ισχνή ήταν η αντίσταση που πρόβαλε και η έτερη ισχυρή τάση του κόμματος, οι περίφημοι «53+», ορισμένοι από τους οποίους κατέληξαν εκλεκτοί της δεύτερης «κυβέρνησης της Αριστερής». Εκτός από «κείμενα θέσεων», καλογραμμένα αλλά πάντα σε αρκούντως αόριστο και γενικευτικό τόνο, που δημοσιεύονταν σε λιγοστά φόρα-προπύργια της αριστερής διανόησης, και κάποιες άλως ατελέσφορες διενέξεις στα όργανα του κόμματος, όποτε αυτά συγκαλούνταν, ποια μάχη έδωσαν ακριβώς οι «53+», ώστε να περιφρουρήσουν τη ριζοσπαστικότητα του ΣΥΡΙΖΑ;

Η μομφή, όμως, προς όσους ανέχθηκαν και εντέλει είτε νομιμοποίησαν με την παραμονή τους τη σταδιακή αλλά αναπόδραστη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ, είτε την άφησαν στην τύχη της και σηκώθηκαν κι έφυγαν, δεν είναι μια ψευτοεπαναστατική ηθικολογία. Ούτε, βέβαια, μιλώ για κοινοτοπίες όπως την εξουσία που διαφθείρει τα καλά παιδιά και τα κάνει από ριζοσπάστες, υπηρέτες του συστήματος. Το επιχείρημα ότι κάποιοι συμβιβασμοί είναι αναπόφευκτοι ή και απαραίτητοι (πρέπει, δηλαδή, ενεργητικά να τους επιλέξουμε) προκειμένου να πετύχουμε το στόχο μας είναι καθαυτό απολύτως σεβαστό. Αν, όμως, το παραδεχόμαστε, δεν γίνεται να αφήνουμε βολικά κατά μέρος, ότι το κατά πόσον ο στόχος παραμένει, το κατά πόσον πείθουμε, ότι ο στόχος που μας εμπνέει είναι ο ίδιος, είναι το βασικό κριτήριο αποτίμησης του συμβιβασμού. Δεν γίνεται να πούμε πως ξεκινήσαμε να βάψουμε όλο το σπίτι σε μια μέρα, αλλά αναγκαστήκαμε να συμβιβαστούμε και πήγαμε για παϊδάκια και μπίρες αφήνοντας το σπίτι άβαφο. Αυτό δεν λέγεται συμβιβασμός.

Τίποτε δεν εικονογραφεί αυτό το σχήμα καλύτερα από τη σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με τους Ανεξάρτητους Έλληνες: η συγκυβέρνηση που προέκυψε μετά τις εκλογές του Ιανουάριου, ήταν πράγματι ένας συμβιβασμός. Ένα αριστερό κόμμα, με μια κινηματική βάση αφοσιωμένη στις δικαιωματικές υποθέσεις, επέλεξε για εταίρο ένα κόμμα της λαϊκής Δεξιάς με κάμποσα εθνικιστικά, αντισημιτικά, ξενόφοβα, ομοφοβικά και σεξιστικά στοιχεία.

Το επέλεξε στην πολύ εύστοχη πολιτικά λογική της μείζονος αντίθεσης: θέλοντας να διατηρήσει το στόχο της εξάλειψης της λιτότητας και της κατάργησης των μνημονίων, έκανε ένα συμβιβασμό, που αύξησε την ισχύ του απέναντι στα μνημονιακά κόμματα και το οδήγησε στην εξουσία. Είναι φανερό ότι το κριτήριο βάσει του οποίου αποτιμάται ο συμβιβασμός είναι ο στόχος – το δε αποτέλεσμα είναι ένας συγκρουσιακός διαχωρισμός των προς εκπροσώπηση ταξικών συμφερόντων. Το τίμημα είναι προφανώς άλλες εκπροσωπήσεις, που πέφτουν θύματα του συμβιβασμού, και η συζήτηση για το κατά πόσο το κόστος αυτό είναι ανεκτό είχε ξεκινήσει. Όμως κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει, πως εδώ έχουμε να κάνουμε με μια πολιτική λογική που ανοίγει, που διεκδικεί να εκπροσωπεί, που δημιουργεί ρήγματα, μια πολιτική εντέλει ριζοσπαστική.

Από τον Ιανουάριο στον Σεπτέμβριο, η μείζων αντίθεση έχει εκλείψει. Η συνεργασία με τους Ανεξάρτητους Έλληνες δεν αποτελεί πια έναν συμβιβασμό, διότι ο στόχος στο μεταξύ καταργήθηκε. Δεν υπάρχει πλέον κανένα νόημα στο αφήγημα της αντιμνημονιακότητας των συγκυβερνώντων – έχουμε απλώς ένα αριστερό κόμμα, το οποίο συμπράττει με ένα δεξιό μόνο και μόνο διότι αυτό του είναι πιο βολικό σε σχέση με τη διατήρηση και τη νομή της εξουσίας. Τα πρόσωπα μπορεί να είναι τα ίδια, όμως όσα συνέβησαν στο μεταξύ κάνουν αυτό που τον Ιανουάριο ήταν ένας συμβιβασμός ως στοιχείο μιας ριζοσπαστικής πολιτικής, να είναι σήμερα ένας κυνισμός ως στοιχείο μιας συντηρητικής πολιτικής.

Εξ ου και η έκπτωση σε μια ασθενή ταυτοτική επιχειρηματολογία του τύπου είμαστε αριστεροί, δεν είμαστε νεοφιλελεύθεροι, δεν είμαστε μνημονιακοί, είμαστε καλύτεροι από τους άλλους: αυτό που κάναμε, ήταν ένας συμβιβασμός ως έκβαση ενός εκβιασμού, επειδή ήμασταν εμείς που τον κάναμε.

Μια υπερασπιστική γραμμή που ξεκινά ως διάσωση μιας ταυτότητας, ενός υπό απειλή υποκειμενικού περιεχομένου, και καταλήγει ως ιδεολόγημα ενός νεόκοπου συστήματος διακυβέρνησης, με τη στενότερη δυνατή έννοια, το οποίο ήδη μοιράζει εξουσίες, επιρροές και θέσεις και τυλίγεται ολοένα σφιχτότερα γύρω από το κράτος, βάσει κανόνων και προγραμμάτων που ουδέποτε θα τεθούν υπό αμφισβήτηση, μια και αφενός είναι προϊόντα συμβιβασμών κι εκβιασμών, αφετέρου εμείς είμαστε αριστεροί και συνεπώς πώς θα μπορούσατε να μας ταυτίζετε με τέτοιους κανόνες και τέτοια προγράμματα; Η μεταδημοκρατική Αριστερά είναι εδώ.



ΠΗΓΗ:  “Unfollow”