31 Ιουλ 2013

Εγώ, που βγήκα στο δρόμο


Της Ισμήνης Ιντζόγλου

Εγώ, που βγήκα στο δρόμο
Εγώ που λες, γειτονάκι, είμαι Τούρκος.
Μου μοιάζεις ή σου μοιάζω πολύ, όλοι το λέμε άμα γνωριστούμε καλύτερα. Στο φιζίκ, στις εκφράσεις, στον τρόπο που κινούμαστε στο χώρο – σε πολλά.
 


Δε βγαίνω βέβαια συχνά εκτός εαυτού με το κράτος μου, ούτε με την κυβέρνηση, όπως εσύ – είμαι αυτό που θα ΄λεγε κανείς “νομοταγής πολίτης”.

Έχω ακούσει να με λένε και “δουλοπρεπή”.

Είμαι ευγενής προς τους ξένους γενικά, και κατά πάσα πιθανότητα έχω βγάλει κι ένα πανεπιστήμιο – ή προς τα ΄κει οδεύω. Ή το βγάζει τώρα, όπου να΄ ναι, το παιδί μου.

Δουλεύω ή θα δουλέψω πολύ στη ζωή μου. Όπως και συ. Μάλλον κακοπληρωμένος. Οι χαλεποί καιροί.

Είμαι φίλαθλος, ή οπαδός, ή χουλιγκάνι.

Είμαι γυναίκα, είμαι άντρας.

Είμαι ετεροφυλόφιλος, είμαι ομοφυλόφιλος, είμαι αμφιφυλόφιλος, είμαι τραβεστί.

Είμαι μάνα, είμαι πατέρας, είμαι τέκνο της πατρίδος υπερήφανο.

Περνούσα ή δεν περνούσα συχνά από το πάρκο Γκεζί, για να φτάσω στη δουλειά ή στο σχολείο μου.

Έχει σημασία;

Βλέπω, καιρό πολύ, κόσμο και ντουνιά, να πηγαινόρχεται, να επενδύει.
Πράσινο δε βλέπω.
Ανάπτυξη ακούω.
Αλλά δυσκολεύομαι λίγο να πάρω ανάσα τα βράδια.

Δεν έχω συγκεκριμένες πολιτικές πεποιθήσεις.
Μπορεί και να τον ψήφισα τον Ερντογάν.
Ή μπορεί να είμαι και ακαδημαϊκός, και να υψώνω το φρύδι λίγο παραπάνω από το κανονικό, όταν ακούω για το φοβερό του έργο στην οικονομία της χώρας.
Μπορεί και να΄μαι αριστερός, μπορεί και να το ψάχνω ακόμα.
Μπορεί να ΄μαι ακόμα παιδί, και να τον συμπαθούν τον πρωθυπουργό μας στην οικογένεια.
Πάντως εμένα κάτι μου πάει στραβά με την πάρτη του.

Κι άκου να δεις τι έγινε, γειτονάκι.
Άκουσα κάποια στιγμή ότι θα δώσουν το Γκεζί σου λέει, να γίνει ακόμα ένα εμπορικό κέντρο.
Και να σου πω, αν ήταν μια αλάνα σκέτη, παρακεί, αλλού, δε θα΄ λεγα και τίποτα.
Νέες θέσεις εργασίας.
Αλλά μιλάμε για ένα πάρκο –όχι, λάθος– το μοναδικό πάρκο κατάκεντρα της Πόλης.

Είναι σα να σου λέω να ξηλώσεις τα 3 δέντρα που ΄χει στην πλατεία Συντάγματος, για να τα πάρει ένας άσχετος, να πουλάει κάτι που πουλιέται και παραδίπλα.
Και από το οποίο εσύ δεν έχεις να κερδίσεις τίποτα.
Έχεις να χάσεις τη δροσιά σου, έχεις να χάσεις την ανάσα σου.
Και κανείς δε σε ρώτησε.

Και δεν είναι μόνο αυτό.

Είναι σα να σου λέω ότι θα πάρει κάποιος όλη την Πλάκα, και θα την κάνει μαγαζιά – όχι αυτά με τα ουζάκια, που πας απόγευμα καλοκαιριάτικο και θυμάσαι το θεό σου, απ΄ τα άλλα, τα τέρατα τα μεγάλα, που ΄ρχεται ο τουρίστας και ψωνίζει χαϊμαλιά (και όχι τίποτα χειροποίητα παραδοσιακά, μη φανταστείς).
Θα σου πάρει την Πλάκα, όταν ήδη σου ΄χει πάρει όλα τα υπόλοιπα.
Χωρίς να σε ρωτήσει.

Στην αρχή δε μίλησα – είπα, δε βαριέσαι, κάποιος άλλος θα πει κάτι.
Και είχα δίκιο.

Μαζεύτηκαν οι φίλοι μου, μαζεύτηκαν κι όσοι δεν τους είχα σε εκτίμηση, να διαμαρτυρηθούν ειρηνικά.
Πήγαν στο πάρκο με πανό, τίποτα.
Πήγαν με σκηνές ύστερα, να μην αφήσουν άλλα δέντρα να τα ξυλώσουν οι μπουλντόζες.
Ναι, ωραία, πες το και κατάληψη.
Πέρασα κι εγώ μια βόλτα, να δω τι παίζει, και μίλησα με τους φίλους, κι ύστερα πήγα στο σπίτι μου.

Και λίγο αργότερα, που χάζευα στο facebook και το twitter, διάβασα πως μπήκαν στο πάρκο οι οχτροί, που λες κι εσύ γειτονάκι, οι αστυνομικοί.
Δεν τους λέμε “μπάτσους” εδώ.

Άνοιξα την τηλεόραση, να αποκτήσω εικόνα, να ενημερωθώ καλύτερα.
Είδα κάτι πιγκουίνους, άλλαξα κανάλι.
Είδα ένα σίριαλ, ένα τοκ σόου, κάτι ριάλιτι, τηλεπαιχνίδια.
Είπα, εντάξει, δεν θα είναι κάτι σοβαρό.
Ξαναγύρισα στο λάπτοπ – πανάκριβο τον είχα πάρει, τα βγάζει τα λεφτά του όμως.

Πανικός!
Αστυνομικοί – είπαμε, δεν τους λέμε μπάτσους εδώ, μην επιμένεις – κι αίματα, και τραυματίες, και δακρυγόνα, όλα σε φωτογραφίες.
Ενημέρωση για όλα, ενώ συνέβαιναν.

Εξοργίστηκα, κατάλαβέ με, γειτονάκι.
Να θέλω να ενημερωθώ και να μην μπορώ από τα “σοβαρά” μέσα.

Βγήκα στο δρόμο, να μάθω.
Περιέργεια πες το, και οργή.
Ποιοι είναι αυτοί που χτυπούν τους φίλους μου, που διαμαρτύρονται ειρηνικά;

Είχαν βγει κι άλλοι στο δρόμο, γειτονάκι.
Πολλοί.
Η τεχνολογία βλέπεις, η περιέργεια.
Η οργή.

Στην αρχή, ήμασταν λίγοι, όλοι απ΄ την ίδια γειτονιά.
Περπατούσαμε προς το Γκεζί, πόσοι είναι εκεί, τί πάθαν, οι μπάτσοι –να το! Επηρεάστηκα!– κατέλαβαν το πάρκο;
Περπατούσαμε, κι όσο ζυγώναμε, γειτονάκι, γινόμασταν όλο και πιο πολλοί.
Ενθουσιάστηκα.
Δίπλα μου -λίγοι- μειονοτικοί, δίπλα μου –κάποιοι– τουρίστες.
Δίπλα μου φίλοι.

Για να μη στα πολυλογώ, μέρες σιγή από τα ΜΜΕ, μέρες στο δρόμο εγώ, να μαθαίνω τι συμβαίνει από πρώτο χέρι.
Ήθελα να διαμαρτυρηθώ, να μιλήσω, να φωνάξω.
Και μετά, επειδή δεν τα λέγανε καλά τα ΜΜΕ, άλλα είχα δει εγώ και άλλα εκείνοι φαίνεται, πάλι στο δρόμο.
Με φίλους, με συγγενείς, με δασκάλους, με τη μάνα μου, με τον αδερφό μου.
Με προσοχή, μη φάω και καμιά αδέσποτη, ανοίγουνε κεφάλια αυτοί.

Και δακρυγόνα;
Σύννεφα.
Οργανώθηκα όμως, πήρα και τις μάσκες μου, που ΄χα βγει σκέτος και “κύριος” πριν και κοντέψαν να με πάνε στο νοσοκομείο με αναπνευστικό.

Τα λέγαμε ωραία όλοι μαζί, και τρανταχτά.
“Αυτό είναι μόνο η αρχή – Συνεχίζουμε τον αγώνα”
“Ο ένας δίπλα στον άλλο, ενάντια στο φασισμό”

Και τρέχαμε όλοι μαζί, όταν δυσκόλευαν τα πράγματα.
Δεν συνελήφθημεν όλοι μαζί βέβαια.

Κάποιες μέρες κουβαλούσα φίλους μου τραυματισμένους.
Κάποιες μέρες φεύγαμε όλοι σώοι.

Έχω κι άλλο να σου πω.
Δεν επιτέθηκα στους αστυνομικούς.
Δεν έχω αυτή την κουλτούρα σου λέω.

Λίγο μετά, μέρες μετά, το κατάφερα κι εγώ, το καταφέραμε όλοι, και μπήκαμε στο πάρκο, και πουθενά αστυνομικοί.
Κάτι είχα κάνει, ε;
Ούτε αύρες, ούτε τίποτα.
Κανένα ελικόπτερο που και που.

Και το γιόρτασα.
Ήταν και τα οδοφράγματα που ΄χα στήσει νωρίτερα – με προσοχή, να μη χαλάσω τη δημόσια περιουσία! - είχα μια ασφάλεια.
Τουλάχιστον, αν ξανάρθουν, θα προφτάσω να καλυφθώ, έτσι σκεφτόμουν.

Κι ύστερα το γλέντησα.
Την είχα κερδίσει τη μάχη, τι σου λέω;
Ήπια, χόρεψα, τραγούδησα.
Τα βράδια.
Τα πρωινά μάζευα τα σκουπίδια μου.
Όλη μέρα συζητούσα με ομοϊδεάτες μου.
Ή με άλλους.
Και βρήκα κι άλλα που μ΄ ενοχλούσαν από το κράτος μου.

Κάποιες μέρες πήγα στη δουλειά, κάποιες άλλες όχι.

Πάντως ξαφνικά, αυτός που είχα για τιμόνι στο κράτος μου, έβγαινε και με έβριζε, ή έλεγε παρασάνταλα.
“Δεν φταις εσύ, καλέ μου, επηρεάστηκες από αλήτες, από κακοποιούς, από ανθρώπους που θέλουν το κακό μας”, έλεγε.
Κι αναρωτιόμουν, μα δεν κατάλαβε τίποτα;

Πολλά στα είπα.

Μας το πήραν απ΄ τα χέρια, τους το πήραμε, μας το ξαναπήραν.
Το πήραν, το έφτιαξαν, το κράτησαν, το διέλυσαν, το ΄χω, δεν το ΄χω, το πήρα, το ΄φτιαξα, το διέλυσα, το μάζεψα, το γέμισα με κόσμο, με φωνές, με μουσική, το ΄στειλα σε δίκη, να δω τι θα πει κι ο δικαστής.
Ο δικαστής είπε ότι έχω δίκιο, να σταματήσουν οι εργασίες, ο δικαστής είπε ύστερα, ότι δεν απαγορεύονται πια οι εργασίες.

Το πάρκο είναι πάρκο, μέχρι να μην είναι πια πάρκο.
Ή το πάρκο θα ΄ναι για πάντα εκεί.

Πάω σε άλλα πάρκα, με συμπολίτες μου, το συζητάμε, το ψάχνουμε.

Σκέφτομαι αλλιώς.

Συζητάω, μιλάω, ακούγομαι.

Εγώ, που βγήκα στο δρόμο.

Εγώ, που άλλαξα.



ΠΗΓΗ: RedNoteBook