10 Δεκ 2012

Πάνος Μπεγλίτης «Πολιτικά επικίνδυνη η θεωρία των άκρων»

Συνέντευξη στην "Εφημερίδα των Συντακτών"

 «Ανιστόρητη κατασκευή» και «πολιτικά επικίνδυνη» η «θεωρία των άκρων», δηλώνει στην «Εφ.Συν.» ο Πάνος Μπεγλίτης, επισημαίνοντας ότι η τεχνητή πόλωση, ο διχασμός και οι τυφλές συγκρούσεις ευνοούν μόνο την ακροδεξιά και τις δυνάμεις του εκφασισμού.
Ο πρώην υπουργός του ΠΑΣΟΚ....

 
 καταλογίζει υπερσυγκέντρωση εξουσιών στον πρωθυπουργό, ενώ εκτιμά ότι χωρίς ανασυγκρότηση της κυβερνητικής λειτουργίας η κυβέρνηση δεν θα μακροημερεύσει.



-Κινδυνεύει το ΠΑΣΟΚ να έχει την τύχη της ΕΔΗΚ, έτσι καθώς βλέπουμε τη συνεχιζόμενη δημοσκοπική του φθορά;


«Βιώνουμε την πιο επώδυνη δοκιμασία από τη δημιουργία του ΠΑΣΟΚ. Αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα, την οποία πρέπει να διαχειριστούμε. Δεν σημαίνει όμως ότι οδηγεί αναπόφευκτα και γραμμικά στο τέλος της δημοκρατικής παράταξης. Πιστεύω ότι υπάρχουν και τα περιθώρια και οι πολιτικές προϋποθέσεις για την ανασυγκρότηση και αυτά πρέπει να αναζητήσουμε στο συντακτικό μας συνέδριο.
Τώρα, για την ιστορική παραλληλία, που με ρωτάτε, θα ήθελα να πω ότι μια τέτοια εξέλιξη για να συμβεί στις σημερινές συνθήκες θα προϋπέθετε έναν πολιτικό ηγέτη του αναστήματος του Ανδρέα Παπανδρέου.
Οποιος όμως φαντασιώνεται έναν τέτοιο ρόλο ή επιχειρεί να κατασκευάσει από το υπάρχον πολιτικό προσωπικό ανάλογο ιστορικό ρόλο, θα του θυμίσω κάτι που λέει η λαϊκή σοφία «και η μυλωνού τον άντρα της με τους πραματευτάδες»…



-Ο τρόπος διακυβέρνησης του Μαξίμου δείχνει συγκεντρωτικός και βασισμένος κατ’ αποκλειστικότητα στον πρωθυπουργό. Σας ικανοποιεί αυτό το μοντέλο; Γιατί το κόμμα σας δεν αναδεικνύει τις αντιφάσεις της Ν.Δ. και του Αντώνη Σαμαρά;



«Σήμερα με την εμπειρία των περίπου έξι μηνών κυβερνητικής συνεργασίας πρέπει να συζητήσουμε και πάλι τον τρόπο λειτουργίας και τις σχέσεις των κυβερνητικών εταίρων. Η ανάγκη αυτή αποτελεί κρίσιμη πολιτική προτεραιότητα για την ενίσχυση της συνοχής και της αποτελεσματικότητας του κυβερνητικού σχήματος και την εξάλειψη των εσωτερικών του αντιφάσεων. Εάν θέλουμε –και το ΠΑΣΟΚ θέλει- η κυβέρνηση να είναι μακράς πνοής, πρέπει να επανατοποθετηθεί η όλη συνεργασία σε νέες, πιο ειλικρινείς και στέρεες βάσεις.
Πιστεύω ότι η κυβέρνηση εμφάνισε έντονη πολιτική ανισορροπία και δεν λειτούργησε με βάση την αρχή της πολιτικής ισοτιμίας των κομμάτων που τη συγκρότησαν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την υπερσυγκέντρωση των εξουσιών στου Μαξίμου, την απαξίωση των θεσμικών οργάνων της κυβέρνησης, όπως είναι το υπουργικό συμβούλιο, και την αδυναμία συνεργατικής πολιτικής ώσμωσης.
Με αυτόν τον τρόπο δεν μπορεί να μακροημερεύσει η κυβέρνηση, αν δεν υπάρξει, άμεσα, ανασυγκρότηση της θεσμικής και πολιτικής της λειτουργίας, ενόψει μάλιστα των προβλημάτων που θα κληθεί να διαχειρισθεί από τη νέα χρονιά. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ έθεσε το ζήτημα. Δεν υπάρχει πλέον η πολυτέλεια για σκοπιμότητες και μονοκομματικές αντιλήψεις».



-Συμφωνείτε με τη «θεωρία των άκρων» που εν μέρει χρησιμοποιεί και το ΠΑΣΟΚ; Εκτιμήσεις αναφέρουν ότι η πρωτοβουλία σας για τη Χρυσή Αυγή θα αυξήσει περαιτέρω τα ποσοστά της.



«Πιστεύω ότι η θεωρία των «δύο άκρων», όπως επανεμφανίζεται στις μέρες μας, δεν είναι μόνο μια ανιστόρητη κατασκευή. Είναι και πολιτικά επικίνδυνη, γιατί μπορεί να συμβάλει στην πόλωση και στον διχασμό της ελληνικής κοινωνίας, όταν χρειάζεται η ευρύτερη δυνατή δημοκρατική συμπαράταξη απέναντι στις δυνάμεις της ακροδεξιάς. Και ιδιαίτερα το ΠΑΣΟΚ θα ήταν, κατά την άποψή μου, λάθος να μπει σε μια τέτοια λογική.



Ας θυμηθούμε για λίγο την προδικτατορική στάση της Ενωσης Κέντρου και της ΕΡΕ προς την ΕΔΑ. Τότε η διάσπαση του δημοκρατικού μετώπου ευνόησε τις δυνάμεις της εκτροπής. Δεν πρέπει να επαναληφθούν τα ίδια ιστορικά λάθη. Με τον ΣΥΡΙΖΑ έχουμε μεγάλες διαφορές και θεωρώ αναγκαία, πολιτικά και ιδεολογικά, την ανοιχτή αντιπαράθεση μαζί του. Αλλο αυτό όμως και άλλο η τυφλή σύγκρουση που εξυπηρετεί μόνον τις δυνάμεις της αποσταθεροποίησης.
Είναι ένα κρίσιμο και υπαρξιακό, θα έλεγα, ζήτημα για τη δημοκρατική πορεία της χώρας και δεν επιτρέπει κοντόφθαλμους υπολογισμούς και συγκυριακές σκοπιμότητες. Το λέω αυτό και για τη Ν.Δ., που θεωρεί ότι μπορεί να επωφεληθεί από την τεχνητή πόλωση. Ο μόνος που ευνοείται είναι η ακροδεξιά και οι δυνάμεις του εκφασισμού της ελληνικής κοινωνίας.
Αντίθετα, η δημοκρατική πρωτοβουλία του Ευάγγ. Βενιζέλου δημιουργεί τις συνθήκες για τη διαμόρφωση του ευρύτερου δυνατού δημοκρατικού πολιτικού μετώπου, χωρίς αποκλεισμούς, ενάντια στον φασισμό της Χρυσής Αυγής, με όπλο τη συνταγματική και δημοκρατική νομιμότητα. Σ’ αυτήν τη δημοκρατική συστράτευση θα κριθεί η ειλικρίνεια όλων μας. Και ασφαλώς τα μείζονα δημοκρατικά διακυβεύματα υπερβαίνουν το εξίσου διχαστικό δίλημμα «μνημόνιο-αντιμνημόνιο».

 


-Στη δημοσκόπηση της Metron Analysis, που δημοσίευσε η «Εφ.Συν.», οι Ελληνες δηλώνουν απογοητευμένοι από την Ε.Ε. και θεωρούν προτιμότερο το εθνικό κράτος για την επίλυση των προβλημάτων. Πού οδηγούμαστε;


«Τα αισθήματα των πολιτών για την Ε.Ε. αποτυπώνουν τη στρατηγική κρίση των ευρωπαϊκών θεσμών και την αδυναμία τους να δώσουν συνολικές και συλλογικές λύσεις με όρους αλληλεγγύης και κοινού συμφέροντος. Η δυναμική της αμφισβήτησης θα συνεχίζεται όσο ενισχύεται ο οικονομικός εθνικισμός των κυρίαρχων κρατών και η εμμονή τους στη μονόπλευρη δημοσιονομική διαχείριση των δομικών προβλημάτων της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Αυτή η δογματική αντίληψη υπονομεύει και εξασθενίζει το ευρωπαϊκό οικοδόμημα και είναι αντιλαϊκή γιατί στρέφεται, ουσιαστικά, ενάντια στους ευρωπαϊκούς λαούς. Εξασθενίζει όμως και τα εθνικά κράτη όταν οδηγεί στη διάλυση της κοινωνικής συνοχής και του κράτους πρόνοιας. Είναι προφανές το ιστορικό αδιέξοδο της Ε.Ε. και η επιστροφή στα «εθνικά σύνορα» θα είναι η απαρχή για νέες περιπέτειες και συγκρούσεις, αφού νομιμοποιεί και εξοπλίζει ιδεολογικά τις πιο αντιδραστικές πολιτικές δυνάμεις.
Οι μεγάλες αλλαγές στην ευρωπαϊκή θεσμική συγκρότηση στην κατεύθυνση της πολιτικής και οικονομικής ενοποίησης δεν μπορούν να αποδυναμώσουν τα εθνικά κράτη, στο όνομα θολών κατασκευών περί ευρωπαϊκής κυριαρχίας. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση ή θα προχωρήσει με ισότιμα και κυρίαρχα εθνικά κράτη και τους λαούς της Ευρώπης ή θα αποτύχει με ανυπολόγιστες ιστορικές συνέπειες.
Πιστεύω ότι σ” αυτήν την κρίσιμη συγκυρία για την Ε.Ε. οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας πρέπει να συμβάλουν στη διαμόρφωση μιας νέας εθνικής στρατηγικής για την Ευρώπη, χωρίς δογματισμούς, αλλά και χωρίς ιδεοληψίες.
Η δυναμική των ευρωπαϊκών εξελίξεων, στο πλαίσιο των παγκόσμιων αλλαγών, ανατρέπει πολλές από τις ψευδαισθήσεις που είχαμε για την πορεία της Ε.Ε. Και δεν είναι καθόλου αρκετό να δηλώνεις φιλοευρωπαίος ή αντιευρωπαίος για να νομίζεις ότι αντιλαμβάνεσαι τις εξελίξεις με στόχο την υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων της χώρας».



-Τη στιγμή που στην ευρύτερη περιοχή οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές, δίνεται η εντύπωση ότι τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας της χώρας υποχωρούν. Ανησυχείτε;



«Σε μια περίοδο που η ενέργεια του πολιτικού συστήματος και της ελληνικής κοινωνίας απορροφάται, σε ένα βαθμό αναγκαστικά, στην προσπάθεια για την αποτροπή της χρεοκοπίας και την υπέρβαση της κρίσης, συντελούνται στην ευρύτερη περιοχή μεγάλες γεωστρατηγικές ανακατατάξεις. Φοβάμαι ότι η αναγκαστική μας εσωστρέφεια μας εμποδίζει να δούμε καθαρά και με ψυχραιμία αυτές τις αλλαγές.
Η άνοδος του εθνικισμού στα δυτικά Βαλκάνια, η περιφερειακή παρουσία της Τουρκίας, οι ανατροπές ισορροπιών στη Μέση Ανατολή, ορίζουν ένα ασταθές περιβάλλον που μπορεί να δημιουργήσει κινδύνους για την ασφάλεια και τα εθνικά συμφέροντα της πατρίδας μας.
Στα παραπάνω προσθέτω τη στρατηγική εξασθένιση της Ε.Ε., τη συρρίκνωση των δυνατοτήτων των ΗΠΑ να διασφαλίσουν την ισορροπία και την ειρήνη στην περιοχή, την ανυποληψία των διεθνών οργανισμών και την ανάδειξη νέων δυνάμεων και παραγόντων ισχύος στο περιφερειακό σκηνικό.
Η κρίση που βιώνουμε δεν πρέπει να εμποδίσει τη στενή παρακολούθηση και την ανάλυση αυτών των νέων δεδομένων, ώστε αυτά να συμπεριληφθούν σε μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική, η επαναδιατύπωση της οποίας είναι απόλυτη προτεραιότητα.
Η κυβέρνηση συνεργασίας δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ως μονοθεματική κυβέρνηση. Η εμπειρία της περιόδου 1989-90 των μεγάλων αλλαγών στην Ευρώπη και της απουσίας της Ελλάδας από τις τότε εξελίξεις δεν πρέπει να επαναληφθεί».