18 Σεπ 2012

Λ.Τσουλφίδης: Κίνδυνος de facto εξόδου από το Ευρώ με την επιμήκυνση


Γιατί κοιτάζουν τα ρολόγια τους οι εκπρόσωποι της τρόικας;

Στη διεύρυνση του ελλείμματος (η οποία, μέσω αλυσιδωτών αντιδράσεων, ενδέχεται να οδηγήσει στη de facto έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη)...
αναμένεται να οδηγήσει - εφόσον τελικώς υλοποιηθεί - η χρονική επιμήκυνση της δημοσιονομικής προσαρμογής, με άλλα λόγια η παράταση του Μνημονίου. 

Το συμπέρασμα εξάγει ο αναπλ. καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας Λευτέρης Τσουλφίδης, ο οποίος εξηγεί, τι θα σημαίνει η ικανοποίηση του αιτήματος, το οποίο μετ’ επιτάσεως προβάλλει η κυβέρνηση συνεργασίας. 
Επιπλέον, ο καθηγητής Τσουλφίδης καλείται να προβεί σε μία ανασκόπηση της «ελληνοποίησης» του δημόσιου χρέους, η οποία σημειώθηκε επί διακυβέρνησης Παπανδρέου και σήμερα τεκμηριώνεται μέσα από τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας.

Εφόσον αποφασιστεί, τι θα σημαίνει η χρονική επιμήκυνση της δημοσιονομικής προσαρμογής κατά 2 ή 4 έτη;

Η επιμήκυνση μπορεί να μην είναι και τόσο επωφελής, όσο την προβάλλουν οι θιασώτες της. Επιμήκυνση σε 2, 4 ή και περισσότερα έτη ουσιαστικά σημαίνει αναβολή εφαρμογής των διαρθρωτικών μέτρων, ή, εναλλακτικά, επιμήκυνση του μνημονίου (αυτό αποσιωπάται επισήμως) και όλα αυτά προτείνονται, από όσους μέχρι πρότινος δήλωναν «αντιμνημονιακοί» και υποστήριζαν την ταχεία έξοδο από το μνημόνιο!

Τι θα προκαλέσει πρακτικά;

Η επιμήκυνση είναι, σχεδόν, βέβαιο, ότι θα οδηγήσει σε διεύρυνση του ελλείμματος (εκτός και αν υπάρξει παγκόσμια και εγχώρια οικονομική ανάπτυξη) το οποίο θα πρέπει να καλυφθεί είτε με νέο δανεισμό, είτε με νέο κούρεμα, ή τέλος και με τα δύο. Το ΔΝΤ αλλά και οι χώρες της ΕΕ μέχρι τώρα δηλώνουν, ότι δεν διατίθενται να παράσχουν πρόσθετη χρηματοδότηση, ενώ στο κούρεμα, αυτή τη φορά, θα πρέπει να συμπεριληφθούν η ΕΚΤ και πιθανώς τα κράτη, μεταξύ άλλων. Τα κράτη, όμως, αφού δεν παρέχουν επιπλέον χρηματοδότηση, γιατί να δεχτούν το κούρεμα;

Που σημαίνει;

Σε μια τέτοια περίπτωση δεν αποκλείεται τα κράτη (όχι όλα) να θέσουν θέμα αποτυχίας εκπλήρωσης από την πλευρά της Ελλάδας των δεδηλωμένων στόχων και άρα de facto έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη.

Το χρονικό ενός «ξεφορτώματος»

Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, από την αρχή του 2010 έως και το τέλος του 2011, οι ελληνικές τράπεζες, τα ασφαλιστικά ταμεία, η ίδια η ΤτΕ και ιδιώτες αποταμιευτές αγόρασαν πολύ μεγάλο αριθμό ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου (αύξηση 51,2%). Την ίδια ώρα μειώθηκε εντυπωσιακά το αντίστοιχο χαρτοφυλάκιο των αλλοδαπών τραπεζών (από 141 δις την αρχή του 2010 σε 45,9 δις το τέλος του ίδιου έτους και σε 35 δις το τέλος του 2011). Υπενθυμίζεται, ότι εκείνη την περίοδο η κυβέρνηση Παπανδρέου «ξόρκιζε» την επιλογή της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους.

Από τα τέλη του 2009 μέχρι την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους (αρχές 2012) οι ελληνικές τράπεζες και τα ασφαλιστικά ταμεία κατόπιν παραίνεσης (διότι αρχικά εκδηλώθηκαν κάποιες αντιδράσεις) της ελληνικής κυβέρνησης, της ΕΚΤ και της ΤτΕ αγόραζαν ελληνικά ομόλογα που τα κατείχαν ξένες και ιδίως γερμανικές τράπεζες, που βιάζονταν να «ξεφορτωθούν». Το φαινόμενο δεν περιορίστηκε στην Ελλάδα, αλλά ήταν γενικότερο, εντασσόμενο σε μια ευρύτερη προσπάθεια εθνικοποίησης του χρέους. 

Το ερώτημα είναι: γιατί οι ελληνικές τράπεζες και ιδίως τα ασφαλιστικά ταμεία δέχονταν να αγοράζουν ελληνικά ομόλογα δεδομένης της  πανθομολογούμενης επισφάλειάς τους; 
Επιπλέον, οι μελλοντικές τιμές αυτών των ομολόγων θα ήταν, ούτως ή άλλως, πολύ χαμηλότερες καθώς πιθανολογούνταν (σε βαθμό σχεδόν βεβαιότητας) η πτώχευση του ελληνικού κράτους;

Η απάντηση είναι, ότι οι τράπεζες ενθαρρύνθηκαν από τον αναμενόμενο ερχομό του ΔΝΤ, που δεν θα τις άφηνε να πτωχεύσουν, ενώ τα διαθέσιμα των ασφαλιστικών ταμείων τα χειρίστηκε η ίδια η ΤτΕ, χωρίς να λογοδοτεί σε κανέναν.  
Ταυτόχρονα, η αγορά ομολόγων συγκρατούσε την άνοδο των spreads, πράγμα που επιθυμούσε η κυβέρνηση, διότι έτσι διαμόρφωνε ένα ευνοϊκό υπέρ αυτής κλίμα παρέχοντάς της περαιτέρω πίστωση χρόνου. Οι διαδικασίες αυτές οδήγησαν σε μια ελληνοποίηση του χρέους, πράγμα που σήμαινε, ότι το PSI επέδρασε στα ενεργητικά στοιχεία κυρίως των ελληνικών (αλλά και των κυπριακών) τραπεζών, τις απώλειες των οποίων  θα έπρεπε να αναπληρώσουν.

Κι εδώ παρεμβαίνει η τρόικα.

Και δανείζει την Ελλάδα ένα ποσόν, το οποίο θα εκταμιεύεται υπό τον όρο ότι θα τηρούνται τα συμπεφωνημένα, δηλαδή οι επώδυνες διαρθρωτικές αλλαγές. Τα δανεικά πηγαίνουν κυρίως στις τράπεζες, οι οποίες αναμένεται να αναπληρώσουν τις απώλειες από το κούρεμα που υπέστησαν. Επομένως, βραχυχρόνια, τουλάχιστον, σώζονται οι τράπεζες και οι αποταμιευτές, όσοι τέλος πάντων απέμειναν, και ο λογαριασμός πέφτει στον Έλληνα φορολογούμενο!

Αυτή είναι η τεράστια διαφορά της σημερινής κρίσης από την κρίση του 1930, τότε χρεοκοπούσαν οι τράπεζες και οι καταθέτες έχαναν τα χρήματα τους, σήμερα οι καταθέτες πάλι χάνουν τα χρήματά τους, αλλά αυτή τη φορά σε βάθος χρόνου και με την ιδιότητα των πολιτών (μείον 11,5 δις., αύξηση φορολογίας, έκτακτες εισφορές μεταξύ άλλων) και όχι ακριβώς των καταθετών, και αυτό γιατί μόνο έτσι θα παρθούν τα 31 δις., εκ των οποίων 25 δις θα διατεθούν για την αναχρηματοδότηση των τραπεζών και τα υπόλοιπα για να κλείσουν ορισμένες ανοιχτές υποχρεώσεις του κράτους προς τον επιχειρηματικό κόσμο. Βέβαια, στο τέλος δεν περισσεύει κάτι για τα ασφαλιστικά ταμεία και άρα για τους συνταξιούχους και τους ανέργους.

Είναι το σχέδιο βιώσιμο;

Εξαρτάται. Αν οι τράπεζες αναχρηματοδοτηθούν, δηλαδή αφαιμάξουν τον Έλληνα πολίτη και στη συνέχεια δεν χρηματοδοτήσουν παραγωγικές επενδύσεις (υπό τις παρούσες συνθήκες, είναι γεγονός, δεν εκδηλώνεται σοβαρό επενδυτικό ενδιαφέρον), τότε θα αποδειχτεί, ότι οι τράπεζες είναι «βαρέλι δίχως πάτο» και αυτό γιατί κερδίζουν δανείζοντας και αν παύσουν να δανείζουν και έτσι δεν κινηθεί η πραγματική οικονομία, τότε οι τράπεζες όση βοήθεια και  να λάβουν, ποτέ δεν θα είναι αρκετή.

ΠΗΓΗ: tvxs.gr