5 Αυγ 2011

Ο εξάντας μέσα μας... Της Λιάνας Κανέλλη


Μέσα σε λίγες μέρες διακοπών έρχεται για μια ακόμη χρονιά και με πνίγει η εγκαταληφθείσα πατρίδα.

Τόση ομορφιά παρατημένη στην τύχη της και υποχρεωμένη να καταβάλλει ένα πανάκριβο τίμημα στην άγνοια, την απαιδευσιά, την ταξική εκμετάλλευση, την εμπορευματοποίηση αυτών καθαυτών των αισθημάτων που γεννάει εκ φύσεως.
Ζούμε σ' όμορφο και... προικισμένο τόπο.

Αρωματισμένο από την ιστορία και πλούσιο. Πάμπλουτο, αν αντιμετωπιζόταν στη σύγχρονη εκδοχή του, ως ικανός να θρέψει, ν' αναστήσει, να αξιοποιήσει, πολύ περισσότερους από 10 εκατομμύρια ψυχές. Θάλασσες, βουνά, κάμποι, ποτάμια, χλωρίδα και πανίδα εξαίσιου κλίματος, γεωγραφική θέση μοιραία σπουδαία, πέρασμα και σταυροδρόμι, με τα έγκατα της γης ενεργειακά και ορυκτά θησαυροφυλάκια.
Αυτή είναι η φτωχοποιημένη Ελλάδα, που ζει και αντιμετωπίζεται σαν ξεφτισμένο φέουδο μιας άθλιας μεταπρατικής μειονότητας ξιπασμένων ευρωπαϊστών και αλλοτριωμένων μικρομεγαλοαστών, που συγκλίνουν ιδεολογικώς μόνον στο φραπέ και στο σινιέ σ' έναν ιδιότυπο σύγχρονο καταναλωτικό κουτσαβακισμό...


Η μεταπολίτευση φρέναρε κυριολεκτικώς κάθε εξέλιξη στον τόπο.
Τόνωσε περιστασιακές ψευδοεθνικές «επιτυχίες» με μια φθηνή επιχειρηματολογία κατώτερη κι από τα γυαλάκια, που στις χολιγουντιανές υπερπαραγωγές φαίνονταν να συγκινούν ιθαγενείς προσκυνούντες βάρβαρους αποικιοκράτες.
Κι έτσι φτάσαμε ν' ακούμε πως «ανακουφίστηκε» για λίγο ο πόνος των Ελλήνων από τα μέτρα, επειδή τα κορίτσια του πόλο κέρδισαν το παγκόσμιο πρωτάθλημα απέναντι στην Κίνα. Μπράβο στις αθλήτριες. Απλά, υποβιβάζει τις ίδιες η αναγωγή τους σε τοπικό αναλγητικό σιροπάκι για βάσανα μακροπρόθεσμα, και συνάμα άμεσα, ενός ολόκληρου λαού...

Είναι αφόρητη η κατάντια του κοινού δημόσιου λόγου περί ημών των ιδίων.
Σα να καλλιεργείται στο περιβόλι των ταξικών σκοπιμοτήτων μια νηπιακή αντίληψη για την οικονομία, την πολιτική, τους νόμους, την κοινωνία, τις ιδέες, το πνεύμα των ανθρώπων.

Αυτό το κακοφορμισμένο και ψευδοκομφορμίστικο μοντελάκι ζωής «μαμ, κακά και νάνι», που έβριζαν και περιφρονούσαν ακόμη και τα μειράκια του παρισινού Μάη του '68, έγινε κυρίαρχο τέρας, που του μοιάζει ο καθένας και η καθεμιά ολοένα κι ευκολότερα, ολοένα και πιο ασυνείδητα.

Το βλέπεις, το νιώθεις, στα χωριά, στις παραλίες, στους κολπίσκους και τις βάρκες, στα χωράφια και τα μικρομάγαζα, πως η απώλεια της κουλτούρας της εργασίας, η απώλεια της... μαστοριάς, της λαϊκής ευφυίας, της εφευρετικότητας, η ουσία της παράδοσης τελικώς, είναι η μεγαλύτερη απώλειά μας στην αγορά του κόσμου.

Δεν είναι, που δεν μπορούμε να δανειστούμε, σύντροφοι.
Είναι που ξεχνάμε, πώς επιβιώνουν και μεγαλουργούν οι λαοί με τον εξάντα μέσα τους, όταν τις ασέληνες νύχτες, τις κατάμαυρες του κόσμου, η συλλογική ζωή δεν υποχωρεί στην ατομική επιβίωση. Χάσαμε την αξία του ψίχουλου που δεν περισσεύει, αν δε θες να ψοφήσει το πετεινάρι τ' ουρανού να τ' ακούς όταν δε βλέπεις και να μη χάνεσαι.

Αυτό το... «χρηματιστήριο» το λαϊκό και γνήσιο πρέπει να σηκωθεί. Αλλιώς δε θα σκεφτούμε ποτέ, πώς θα γεράσουν, αφού προηγουμένως ζήσουν, 13 χρυσά κορίτσια του πόλο, χωρίς δουλειά, χωρίς σύνταξη, χωρίς... όταν δε θα κολυμπούν για μετάλλια.

ΠΗΓΗ: ριζοσπαστης