11 Απρ 2020

Ο μολυσμένος νεοφιλελευθερισμός


Michel Husson | 

Το καινούριο στοιχείο στη σημερινή κατάσταση είναι η κολασμένη μηχανική, που έχει τεθεί σε λειτουργία.

Το 2008 το φι­τί­λι της κρί­σης άναψε η χρη­μα­το­πι­στω­τι­κή σφαί­ρα, για να με­τα­δο­θεί στη συ­νέ­χεια στην πα­ρα­γω­γι­κή σφαί­ρα. Σή­με­ρα συμ­βαί­νει το ανά­πο­δο:

η οι­κο­νο­μι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα έχει εν μέρει  οδη­γη­θεί σε στάση και αυτή η βίαια επι­βρά­δυν­ση επι­στρέ­φει, σαν το μπού­με­ρανγκ, για να επη­ρε­ά­σει τα χρη­μα­το­οι­κο­νο­μι­κά.  Ενώ η  κρίση του χρη­μα­το­οι­κο­νο­μι­κού τομέα θα επι­δει­νώ­σει με τη σειρά της την ύφεση.

Η κα­τάρ­ρευ­ση της χρη­μα­τι­στι­κής πυ­ρα­μί­δας

Υφί­στα­ται, εντού­τοις, μια σύν­δε­ση με την προη­γού­με­νη κρίση. Όλες οι πο­λι­τι­κές που ασκή­θη­καν από το 2008 και μετά στό­χευαν, να επι­στρέ­ψουν στο businessasusual και, κυ­ρί­ως, να δια­τη­ρή­σουν με κάθε δυ­να­τό μέσο την αξία των χρη­μα­τι­στι­κών τί­τλων, ως δι­καιω­μά­των διεκ­δί­κη­σης επι της πα­ρα­χθεί­σας αξίας Αν, αντί­θε­τα, τα χρη­μα­το­οι­κο­νο­μι­κά είχαν «πε­ριο­ρι­στεί» απο­κλει­στι­κά στις χρή­σι­μες λει­τουρ­γί­ες που μπο­ρούν να επι­τε­λέ­σουν, θα μπο­ρού­σε σή­με­ρα να  αντι­με­τω­πι­στεί κα­λύ­τε­ρα η κο­λα­σμέ­νη μη­χα­νι­κή.

Αν δούμε τα θε­με­λιώ­δη, η μεί­ω­ση των κερ­δών  μέσω της πα­ρα­γω­γι­κό­τη­τας κα­τα­δί­κα­ζε τον κα­πι­τα­λι­σμό σε μια πα­θο­λο­γι­κή λει­τουρ­γία, στην προ­σπά­θεια για ιδιο­ποί­η­ση του μέ­γι­στου  δυ­να­τού της πα­ρα­χθεί­σας αξίας, αντι­σταθ­μί­ζο­ντας την εξά­ντλη­ση αυτής της ου­σιώ­δους πηγής του δυ­να­μι­σμού του με την αύ­ξη­ση των ανι­σο­τή­των. Μ’ άλλα λόγια, ο κο­ρω­ναϊ­ός  δεν προ­σβά­λει σή­με­ρα έναν υγιή ορ­γα­νι­σμό, αλλά έναν ορ­γα­νι­σμό που ήδη πά­σχει από χρό­νιες ασθέ­νειες. Έτσι η επι­δη­μία λει­τουρ­γεί ως «προ­βο­λέ­ας», που φω­τί­ζει το γε­γο­νός οτι: οι μέ­θο­δοι της «εξό­δου» από την προη­γού­με­νη κρίση δεν έχουν εξυ­γιά­νει τις δο­μι­κές αδυ­να­μί­ες της πα­γκό­σμιας οι­κο­νο­μί­ας.

Μετά την κρίση του 2008, όσα γί­να­νε, όλα ή σχε­δόν όλα, γί­να­νε, για να μην αλ­λά­ξει τί­πο­τα. Η πρα­κτι­κή της επα­να­γο­ράς με­το­χών επε­κτά­θη­κε, οι δια­νο­μές με­ρι­σμά­των εκτι­νά­χτη­καν, η τι­τλο­ποί­η­ση ξα­να­πή­ρε τον δρόμο της, το ιδιω­τι­κό χρέος με­γε­θύν­θη­κε ση­μα­ντι­κά, κοκ. Δεν σπα­νί­ζουν οι με­λέ­τες για αυτά τα ζη­τή­μα­τα: η Τρά­πε­ζα Διε­θνών Δια­κα­νο­νι­σμών (BRI), για πα­ρά­δειγ­μα,πολ­λα­πλα­σί­α­σε τις προει­δο­ποι­ή­σεις της. Το σκά­σι­μο της φού­σκας ερ­χό­ταν, λοι­πόν, ακόμα και χωρίς τον κο­ρο­ναϊό. Το μαρ­τυ­ρούν οι προει­δο­ποι­ή­σεις όπως στο τε­λευ­ταίο GlobalFinancialStabilityReportτου ΔΝΤ (Οκτώ­βριος 2019). Η ανα­φο­ρά αυτή ήταν επι­κε­ντρω­μέ­νη στους κιν­δύ­νους που εγκυ­μο­νούν τα χα­μη­λά επι­τό­κια και δύο από τους κυ­ριό­τε­ρους ανα­λυ­τές, οι Tobias Adrian και FabioNatalucci, συ­νό­ψι­σαν τα συ­μπε­ρά­σμα­τα ­το­νί­ζο­ντα­ς το­ν υ­περ­δα­νει­σμό των επι­χει­ρή­σε­ων: «το χρέος των επι­χει­ρή­σε­ων, των οποί­ων τα κέρδη δεν αρ­κούν για  να κα­λύ­ψουν τα βάρη των τόκων, θα μπο­ρού­σε να με­τρη­θεί(…) πε­ρί­που στο 40% του συ­νό­λου του χρέ­ους των επι­χει­ρή­σε­ων των υπό με­λέ­τη χωρών, με­τα­ξύ των οποί­ων συ­γκα­τα­λέ­γο­νται οι Ηνω­μέ­νες Πο­λι­τεί­ες, η Κίνα και πολ­λές χώρες της Ευ­ρώ­πης».

Η σφαγή στον πα­ρα­γω­γι­κό μη­χα­νι­σμό

Η δια­πί­στω­ση των οι­κο­νο­μο­λό­γων του ΔΝΤ μπο­ρεί να συ­μπλη­ρω­θεί με μια πολύ εμπε­ρι­στα­τω­μέ­νη με­λέ­τη, που ανα­φέ­ρε­ται στις Ηνω­μέ­νες Πο­λι­τεί­ες. Οι συγ­γρα­φείς της ανα­κα­λύ­πτουν, ότι βα­ρύ­τε­ρα χρε­ω­μέ­νες είναι οι μι­κρές και με­σαί­ες επι­χει­ρή­σεις, και κατά συ­νέ­πεια ανα­μέ­νε­ται ότι θα χτυ­πη­θούν σκλη­ρό­τε­ρα από την κρίση του κο­ρο­ναϊ­ού. Ξα­να­βρί­σκου­με εδώ ένα ευ­ρύ­τα­τα συ­ζη­τη­μέ­νο θέμα, εκεί­νο της αυ­ξα­νό­με­νης ψα­λί­δας ανά­με­σα στις επι­χει­ρή­σεις «superstar”, που ιδιο­ποιού­νται την πα­ρα­χθεί­σα αξία, και τις επι­χει­ρή­σεις «ζόμπι», που επι­βιώ­νουν  κυ­ρί­ως χάρη στα χα­μη­λά επι­τό­κια. Οι συγ­γρα­φείς, όμως, αυτής της με­λέ­της υπο­γραμ­μί­ζουν, επί­σης, ότι οι με­σαί­ες και μι­κρό­τε­ρες επι­χει­ρή­σεις έχουν αυ­ξή­σει την πα­ρα­γω­γι­κή τους ικα­νό­τη­τα κατά τις τε­λευ­ταί­ες δε­κα­ε­τί­ες, ενώ οι επι­χει­ρή­σεις του υψη­λό­τε­ρου 10% της κλί­μα­κας έχουν μεί­νει στά­σι­μες. Φο­βού­νται την «επι­κεί­με­νη κα­τα­στρο­φή» που επι­κρέ­με­ται, αν οι μι­κρές επι­χει­ρή­σεις αφε­θούν να κα­ταρ­ρεύ­σουν, διότι αυτές, πα­ρό­τι εύ­θραυ­στες, αντι­προ­σω­πεύ­ουν  μία από «τις κύ­ριες πηγές δη­μιουρ­γί­ας απα­σχό­λη­σης και και­νο­το­μί­ας».

Μια άλλη πα­ρε­νέρ­γεια των χα­μη­λών επι­το­κί­ων, που επι­ση­μαί­νει το ΔΝΤ, είναι η υπερ­βο­λι­κή ανά­λη­ψη ρί­σκου: «το πολύ χα­μη­λό επί­πε­δο των επι­το­κί­ων ώθησε  θε­σμι­κούς επεν­δυ­τές, όπως οι ασφα­λι­στι­κές εται­ρί­ες, τα συ­ντα­ξιο­δο­τι­κά τα­μεία και οι δια­χει­ρι­στές κε­φα­λαί­ων, να ανα­ζη­τή­σουν πιο ρι­ψο­κίν­δυ­νους και δυ­σκο­λό­τε­ρα ρευ­στο­ποι­ή­σι­μους τί­τλους για να επι­τύ­χουν τους στό­χους σε από­δο­ση. Για πα­ρά­δειγ­μα, τα συ­ντα­ξιο­δο­τι­κά τα­μεία αύ­ξη­σαν την έκ­θε­σή τους σε άλλες κα­τη­γο­ρί­ες  επεν­δύ­σε­ων όπως τα επεν­δυ­τι­κά κε­φά­λαια και τα ακί­νη­τα».

Η χα­λα­ρή νο­μι­σμα­τι­κή πο­λι­τι­κή δεν ενί­σχυ­σε την πραγ­μα­τι­κή οι­κο­νο­μία. Αντί­θε­τα, επέ­τρε­ψε στον χρη­μα­τι­στι­κό τομέα να επα­νέλ­θει στην πλη­θω­ρι­κή του τρο­χιά. Οδή­γη­σε , επί­σης, σε μία πρω­το­φα­νή κα­τά­στα­ση χα­μη­λών επι­το­κί­ων, ακόμα και αρ­νη­τι­κών και στην εξά­ντλη­ση των πο­λε­μο­φο­δί­ων των κε­ντρι­κών τρα­πε­ζών. Ακόμα και πριν την επι­δη­μία, τα προ­γνω­στι­κά των εμπει­ρο­γνω­μό­νων του ΔΝΤ ήταν ήδη ανη­συ­χη­τι­κά: «οι  ομοιό­τη­τες  που υπάρ­χουν στα χαρ­το­φυ­λά­κια των επεν­δυ­τι­κών funds, θα μπο­ρού­σαν να προ­κα­λέ­σουν τη με­γέ­θυν­ση σε ένα ρεύμα ρευ­στο­ποί­η­σης ενερ­γη­τι­κών στις αγο­ρές. Οι μη ρευ­στο­ποι­ή­σι­μες επεν­δύ­σεις των συ­ντα­ξιο­δο­τι­κών τα­μεί­ων θα μπο­ρού­σαν να πε­ριο­ρί­σουν τον πα­ρα­δο­σια­κό τους ρόλο ως στα­θε­ρο­ποι­η­τών στις αγο­ρές». Αυτό ακρι­βώς συμ­βαί­νει σή­με­ρα, ενώ με την παν­δη­μία η έκρη­ξη μπο­ρεί να γί­νει ακόμα πιο βίαιη.

Ο κα­τα­κερ­μα­τι­σμος στην ευ­ρω­ζώ­νη

Το δόγμα του 3% εγκα­τα­λεί­φθη­κε, προ­σω­ρι­νά του­λά­χι­στον, η Ευ­ρώ­πη όμως πα­ρα­μέ­νει απρο­ε­τοί­μα­στη. Η χα­λά­ρω­ση των πε­ριο­ρι­σμών στους προ­ϋ­πο­λο­γι­σμούς ήταν μια χρή­σι­μη ιδέα, αλλά δεν λύνει όλα τα προ­βλή­μα­τα. Ενα απ’ αυτά είναι η ψα­λί­δα (spread) με­τα­ξύ των επι­το­κί­ων του δη­μο­σί­ου χρέ­ους κάθε χώρας. Αρ­χι­κά, η Κρι­στίν Λαν­γκάρντ έκανε μια χο­ντρή γκάφα δη­λώ­νο­ντας ότι η δου­λειά της ΕΚΤ δεν είναι να συμ­μα­ζεύ­ει τα spread, μετά υπο­χρε­ώ­θη­κε να βγά­λει το «μπα­ζού­κα», που με­τρί­α­σε κάπως τις ανη­συ­χί­ες των χρη­μα­τι­στη­ρια­κών αγο­ρών. Ερ­χε­ται όμως η στιγ­μή που θα χρεια­στεί να σκε­φτεί το πέ­ρα­σμα σε υψη­λό­τε­ρη τα­χύ­τη­τα, δη­λα­δή την αμοι­βαιο­ποί­η­ση ( με τα «ευ­ρω­ο­μό­λο­γα» ή  τα «κο­ρο­νο­μό­λο­γα»)  και τη νο­μι­σμα­το­ποί­η­ση. Αυτό είναι το συ­μπέ­ρα­σμα στο οποίο κα­τα­λή­γει ο Patrick Artus:  «Αν όλες οι χώρες της ευ­ρω­ζώ­νης υπο­στούν το πλήγ­μα (από την άνοδο των μα­κρο­πρό­θε­σμων επι­το­κί­ων ως αντα­νά­κλα­σης της ογκώ­δους αύ­ξη­σης των ελ­λειμ­μά­των), η αμοι­βαιο­ποί­η­ση των πρό­σθε­των ελ­λειμ­μά­των ελα­φρύ­νει το βάρος επί των πε­ρι­φε­ρεια­κών χωρών (στις οποί­ες η άνο­δος των επι­το­κί­ων είναι ισχυ­ρό­τε­ρη), αλλά δεν λύνει το συ­νο­λι­κό πρό­βλη­μα της υπέρ­βα­σης του δη­μο­σί­ου ελ­λείμ­μα­τος. Η μόνη λύση σε αυτή την πε­ρί­πτω­ση είναι η νο­μι­σμα­το­ποί­η­ση αυτών των επι­πρό­σθε­των δη­μο­σί­ων ελ­λειμ­μά­των από την ΕΚΤ, άρα μια ση­μα­ντι­κή επέ­κτα­ση της Quantitative Easing (στμ: Πο­σο­τι­κή Χα­λά­ρω­ση) στα δη­μό­σια χρέη». 
Υπάρ­χει εντού­τοις με­γά­λος κίν­δυ­νος η Ευ­ρώ­πη, όπως και κατά την προη­γού­με­νη κρίση, να αντι­δρά­σει με κα­θυ­στέ­ρη­ση ή αρ­νη­τι­κά, λόγω των εσω­τε­ρι­κών δια­φω­νιών και της τάσης να δια­χει­ρι­στεί την κρίση σε εθνι­κό επί­πε­δο.

Οι ανα­δυό­με­νες στο μάτι του κυ­κλώ­να;

Είναι αρ­κε­τά πι­θα­νό, ότι ο ιός θα εξα­πλω­θεί  στις ανα­δυό­με­νες ή στις υπό ανά­πτυ­ξη χώρες, τις οποί­ες δεν έχει θίξει ιδιαί­τε­ρα μέχρι τώρα. Αυτές είναι όχι μόνο απρο­ε­τοί­μα­στες  ως προς την υγειο­νο­μι­κή κρίση, αλλά ήδη χτυ­πη­μέ­νες σο­βα­ρά από τις συ­νέ­πειες της οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης. Εξαρ­τώ­με­νες σε με­γά­λο βαθμό από τις πω­λή­σεις πρώ­των υλών, που ήδη έχουν στο­μώ­σει, βλέ­πουν τα έσο­δά­ τους να μειώ­νο­νται. Είναι προ­φα­νές το πα­ρά­δειγ­μα των χωρών πα­ρα­γω­γής πε­τρε­λαί­ου. Στην πε­ρί­πτω­ση όλων αυτών των χωρών, βρί­σκου­με ξανά την κλη­ρο­νο­μιά προ­βλη­μά­των από την αντι­με­τώ­πι­ση της προη­γού­με­νης κρί­σης. Τα εξω­τε­ρι­κό χρέος των ανα­δυό­με­νων χωρών  αντι­προ­σω­πεύ­ει σή­με­ρα «το 160% των εξα­γω­γών τους, σε σύ­γκρι­ση με το 100% του 2008. Σε πε­ρί­πτω­ση σο­βα­ρής επι­δεί­νω­σης των οι­κο­νο­μι­κών συν­θη­κών και ανό­δου των επι­το­κί­ων, θα έχουν με­γα­λύ­τε­ρες δυ­σκο­λί­ες ως προς την εξυ­πη­ρέ­τη­ση του χρέ­ους τους» προει­δο­ποιού­σε το ΔΝΤ στην έκ­θε­σή του του Οκτω­βρί­ου του 2019. Σε αυτό προ­στί­θε­ται η δια­φυ­γή κε­φα­λαί­ων, που έχει πάρει αξιο­ση­μεί­ω­τες δια­στά­σεις: 83 τρι­σε­κα­τομ­μύ­ρια δο­λά­ρια από την έναρ­ξη της κρί­σης και μετά. Να ο κίν­δυ­νος μιας «από­το­μης παύ­σης» (suddenstop) που θα έχει βα­ριές συ­νέ­πειες, όπως έχει το­νι­στεί από μια διε­θνή ομάδα οι­κο­νο­μο­λό­γων. Οι ανα­δυό­με­νες και οι υπό ανά­πτυ­ξη χώρες, γρά­φουν, «είναι σή­με­ρα αντι­μέ­τω­πες με  τον κίν­δυ­νο μιας από­το­μης παύ­σης, την ώρα που οι προ­ϋ­πο­θέ­σεις ρευ­στό­τη­τας πε­ρι­στέλ­λο­νται διε­θνώς,ενώ οι επεν­δυ­τές προ­σπα­θουν να απο­φύ­γουν τους κιν­δύ­νους. Μια παύση η οποία συ­νε­πά­γε­ται δρα­μα­τι­κές νο­μι­σμα­τι­κές υπο­τι­μή­σεις. Αυτό τις ανα­γκά­ζει σε μια αυ­στη­ρή μα­κρο­οιο­κο­νο­μι­κή ανα­προ­σαρ­μο­γή, τη στιγ­μή ακρι­βώς όπου όλα τα υπάρ­χο­ντα ερ­γα­λεία θα έπρε­πε να είναι δια­θέ­σι­μα προ­κει­μέ­νου να αντι­με­τω­πι­στεί η κρίση: η νο­μι­σμα­τι­κή πο­λι­τι­κή πε­ρι­στέλ­λε­ται στην προ­σπά­θεια να δια­τη­ρη­θεί η πρό­σβα­ση στο δο­λά­ριο, η δε δη­μο­σιο­νο­μι­κή πο­λι­τι­κή συ­γκρα­τεί­ται λόγω του φόβου απώ­λειας της πρό­σβα­σης στις πα­γκό­σμιες αγο­ρές. Τα συ­ναλ­λα­κτι­κά απο­θέ­μα­τα είναι ελά­χι­στα  πι­θα­νό να προ­σφέ­ρουν κά­ποιο μα­ξι­λά­ρι ασφα­λεί­ας σε όλες τις χώρες».

Οι διε­θνείς θε­σμοί προ­βλέ­πουν κά­ποια μέτρα υπο­στή­ρι­ξης, αλλά ο David Malpass, ο πρό­ε­δρος της Πα­γκό­σμιας Τρά­πε­ζας (τον οποί­ον  προ­ώ­θη­σε σε αυτή τη θέση ο Τραμπ), επι­μέ­νει σε προ­ϋ­πο­θέ­σεις και όρους που θυ­μί­ζουν εκεί­νους της Τρόϊ­κας απέ­να­ντι στην  Ελ­λά­δα: «Οι χώρες πρέ­πει να εφαρ­μό­σουν δο­μι­κές με­ταρ­ρυθ­μί­σεις τέ­τοιες, ώστε να συ­ντο­μεύ­σουν τον απαι­τού­με­νο χρόνο για την ανά­καμ­ψη και να δη­μιουρ­γή­σουν εμπι­στο­σύ­νη ως προς τη στα­θε­ρό­τη­τά της. Όσον αφορά τις χώρες στις οποί­ες οι υπέρ­με­τρες ρυθ­μί­σεις, οι επι­δο­τή­σεις, οι κα­νο­νι­σμοί εγ­γυ­ή­σε­ων, ο προ­στα­τευ­τι­σμός, ή  η ποι­νι­κο­ποί­η­ση των συ­ναλ­λα­γών δη­μιουρ­γούν εμπό­δια, θα ερ­γα­στού­με για να εν­δυ­να­μώ­σου­με τις αγο­ρές και να επι­λέ­ξου­με τα προ­γράμ­μα­τα, που θα επι­τρέ­ψουν να εξα­σφα­λι­στεί μια τα­χύ­τε­ρη ανά­πτυ­ξη κατά την πε­ρί­ο­δο της ανά­καμ­ψης».

Στον αντί­πο­δα, ο Economist έχει δίκιο όταν προει­δο­ποιεί: «Αν ο Covid-19 αφε­θεί να ρη­μά­ξει τις ανα­δυό­με­νες χώρες, θα επι­στρέ­ψει και θα εξα­πλω­θεί εκ νέου στις πλού­σιες χώρες». Κι αυτή η προει­δο­ποί­η­ση πε­ρι­λαμ­βά­νει και την οι­κο­νο­μι­κή  διά­στα­ση, στην πε­ρί­πτω­ση που η πα­ρα­γω­γή πρώ­των υλών και εν­διά­με­σων αγα­θών υπο­στεί ένα sudden stop αντί­στοι­χο με αυτό της ροής κε­φα­λαί­ων.

Τα πάντα σε επα­νε­ξέ­τα­ση

Για το οι­κο­νο­μι­κό σύ­στη­μα θα είναι δύ­σκο­λο να επι­στρέ­ψει στην προ της κρί­σης λει­τουρ­γία του. Οι πα­γκό­σμιες αλυ­σί­δες αξίας θα έχουν απο­διορ­γα­νω­θεί, κά­ποιες επι­χει­ρή­σεις θα έχουν πτω­χεύ­σει, ο τρό­πος δια­χεί­ρι­σης των δη­μο­σί­ων δα­πα­νών (ιδιαί­τε­ρα στην υγεία), θα έχει κα­ταρ­ρεύ­σει. Εδώ μπο­ρού­με να δια­κρί­νου­με την πι­θα­νό­τη­τα ενός θε­με­λια­κού ανα­προ­σα­να­το­λι­σμού του συ­στή­μα­τος.

Αυτή όμως δεν θα έχει τί­πο­τα το αυ­θόρ­μη­το: με την ανα­στο­λή ολό­κλη­ρων τμη­μά­των της ερ­γα­τι­κής νο­μο­θε­σί­ας, βλέ­που­με ήδη να προ­ε­τοι­μά­ζε­ται το με­τέ­πει­τα χτύ­πη­μα. Στη συ­νέ­χεια θα έρ­θουν οι συ­ζη­τή­σεις περί της ανα­γκαί­ας «χρη­μα­το­οι­κο­νο­μι­κής εξυ­γί­αν­σης», που η εφαρ­μο­γή της  μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει μια  βα­θύ­τε­ρη ύφεση, όπως το 2010. Η επι­στρο­φή στην «ορ­θο­δο­ξία» θα έχει επί­σης ως απο­τέ­λε­σμα να ανα­βά­λει κάθε πρό­γραμ­μα για Green New Deal: πώς θα μπο­ρού­σα­με, πράγ­μα­τι, να φα­ντα­στού­με ότι αφού θα έχουν ήδη ξο­δέ­ψει δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια ευρώ, οι ευ­ρω­παϊ­κοί θε­σμοί θα θε­λή­σουν να ξε­μπλο­κά­ρουν τα ση­μα­ντι­κά ποσά που είναι ανα­γκαία για την πάλη ενά­ντια στην κλι­μα­τι­κή αλ­λα­γή;

Σε ένα ση­μεί­ω­μα στο οποίο ανα­ρω­τιέ­ται «ποιόν κα­πι­τα­λι­σμό θα προ­τι­μού­σα­με;», ο Patrick Artus ζω­γρα­φί­ζει ένα  καλό πορ­τραί­το του «απα­ρά­δε­κτου» κα­πι­τα­λι­σμού (που ζούμε σή­με­ρα). Ο Artus πε­ρι­γρά­φει στη συ­νέ­χεια δύο πι­θα­νούς δρό­μους για  την εξέ­λι­ξη του συ­στή­μα­τος: είτε την εγκα­θί­δρυ­ση ενός «κα­πι­τα­λι­σμού κρα­τι­κι­στι­κής υπερ-ρύθ­μι­σης», είτε την «οι­κειο­θε­λή εξέ­λι­ξη του κα­πι­τα­λι­σμού προς μια πα­ρα­δο­χή  χα­μη­λό­τε­ρης κε­φα­λαια­κής από­δο­σης για τον μέ­το­χο». Υπάρ­χει  ένα και μόνο πράγ­μα, για το οποίο θα έπρε­πε να εί­μα­στε πε­πει­σμέ­νοι: δεν θα πρέ­πει να αφή­σου­με τις ελ­πί­δες μας σε μια αυ­θόρ­μη­τη με­τε­ξέ­λι­ξη του κα­πι­τα­λι­σμού.

μετάφραση Σπύρος Μπενετάτος 
αναδημοσίευση από alencontre.org