24 Οκτ 2011

Επέκταση της σφαίρας της δηµοκρατίας


Του Ευκλείδη Τσακαλώτου
Μεγαλώνοντας στη Βρετανία τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 µερικά πράγµατα τα έπαιρνε κανείς ως δεδοµένα. 
Eνα από αυτά ήταν η µεγάλη ιστορική τάση για περισσότερη δηµοκρατία, για περισσότερα δικαιώµατα...
   

Από το τέλος του 18ου αιώνα οι κυρίαρχες δυνάµεις αναγκάζονταν σε τακτικές οπισθοχωρήσεις σε σχέση µε τα πολιτικά δικαιώµατα. 
Το δεύτερο µισό του 19ου αιώνα σηµαδεύτηκε από τη µάχη για την ψήφο. 
Η προσδοκία ήταν, από τουλάχιστον τις αρχές του 20ού αιώνα, ότι αυτά τα δικαιώµατα θα επεκτείνονταν στα πεδία του κοινωνικού και του οικονοµικού. Τα αναδυόµενα σοσιαλδηµοκρατικά κόµµατα αναγνώριζαν αυτή την τάση µε το ίδιο το όνοµά τους. 
Η κοινωνική ασφάλιση, τα κρατικά συστήµατα υγείας, η πλήρης απασχόληση, τα συµβουλευτικά όργανα µε τη συµµετοχή των εργαζοµένων στις επιχειρήσεις, οι διαβουλευτικοί θεσµοί µεταξύ των κοινωνικών εταίρων και του κράτους για τη χάραξη της οικονοµικής πολιτικής, και άλλα πολλά, σηµάδεψαν αυτή την τάση.

Ως την επικράτηση του νεοφιλελευθερισµού. 
Τώρα τα συµµετοχικά και συµβουλευτικά όργανα ακυρώνονταν για χάρη των «ανεξάρτητων» αρχών. Τα συνδικάτα ήταν υπό διωγµόν, ιδιαίτερα στις πιο φιλελεύθερες χώρες. 
Η νέα διακυβέρνηση βασίστηκε σε δίκτυα διαµόρφωσης πολιτικής, όπου ο κόσµος της εργασίας είχε ελάχιστη δυνατότητα πρόσβασης. 
Συγχρόνως οι αρχές του κέρδους, της ανταγωνιστικότητας και του µάνατζµεντ εφαρµόστηκαν, σταδιακά, στην Υγεία, στην Παιδεία και στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, που στην προηγούµενη κατάσταση αποτελούσαν ζώνες προστατευµένες από τις αγοραίες σχέσεις.

Και βέβαια είχαµε την επικράτηση των χρηµαταγορών. 
Η φιλελευθεροποίηση αυτών των αγορών ήταν αποτέλεσµα πολιτικών επιλογών των κοµµάτων και της Κεντροαριστεράς και της Κεντροδεξιάς. 
 Οι χρηµαταγορές πρόσφεραν την υψηλή εποπτεία του συστήµατος – όποια χώρα δεν πειθαρχούσε στις νεοφιλελεύθερες υποδείξεις της «συναίνεσης της Ουάσιγκτον» αντιµετώπιζε την πώληση των κρατικών οµολόγων της, και άρα υψηλότερα επιτόκια. Και αν δεν έφθανε αυτή η πειθάρχηση, πάντα υπήρχαν οι καλές υπηρεσίες του ∆ΝΤ µε τα προγράµµατα «δοµικής αναδιάρθρωσης» για να επαναφέρει µια χώρα στον ίσιο δρόµο. 

Με αυτόν τον τρόπο η εθνική κυριαρχία µειώθηκε από πολιτικές δυνάµεις µε συγκεκριµένες πολιτικές πράξεις. Ή καλύτερα, αποφασίστηκε να µοιραστεί η κυριαρχία µεταξύ κρατών για την καλύτερη εξυπηρέτηση του στόχου της ανατροπής της τάσης προς τη δηµοκρατία. 
Το κυρίαρχο είναι η συρρίκνωση της δηµοκρατίας, το µέσον είναι η µειωµένη εθνική κυριαρχία. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει αµφιβολία, ότι η µείωση της εθνικής κυριαρχίας έχει οξυνθεί από το 2010 και µετά. Αλλά αυτή η τάση προϋπήρχε και προ του µνηµονίου και του Μεσοπρόθεσµου. Ούτε µπορούµε να µιλάµε για κατοχή. Γιατί σηµαντικότατες κοινωνικές οµάδες, και όχι µόνο του µεγάλου κεφαλαίου και του χρηµατοπιστωτικού συστήµατος, βλέπουν µε καλό µάτι τις «µεγάλες µεταρρυθµίσεις που θα έπρεπε να είχαµε προωθήσει έτσι κι αλλιώς».

Αρα το κύριο ζήτηµα δεν είναι πόσο θα αντέξουµε τη µειωµένη εθνική κυριαρχία, αλλά την έλλειψη δηµοκρατίας. Μια έλλειψη που επιτρέπει µια µερίδα του έθνους να επιβάλλεται στην υπόλοιπη. 
Είναι ανοιχτό ζήτηµα αν η επαναφορά της πολιτικής και του δήµου, αναγκαία συνθήκη για µια προοδευτική διέξοδο από την κρίση, θα βασιστεί σε νέους και δηµοκρατικότερους, θεσµούς στο υπερεθνικό επίπεδο ή στο εθνικό.  
Κατά την άποψή µου χρειάζονται και τα δύο. 
Για να επανέλθει η δηµοκρατική τάση χρειάζεται να ρυθµιστούν οι χρηµαταγορές και οι πολυεθνικές, και δεν βλέπω πώς αυτό θα γίνει από µια χώρα µόνη της. 
Συγχρόνως το κράτος θα συνεχίσει να συµπυκνώνει πολλές από τις εξουσίες που ο δήµος οφείλει να ελέγχει. 
Γι’ αυτό η επιστροφή της δηµοκρατίας χρειάζεται να βασιστεί σε παρεµβάσεις, διεκδικήσεις και προτάσεις και στα δύο επίπεδα. Μπορεί αυτό επίσης να σηµαίνει ένα νέο µοίρασµα της εθνικής κυριαρχίας. 
Αλλά αυτή τη φορά ο σκοπός θα είναι να επεκτείνει τη σφαίρα της δηµοκρατίας και της συµµετοχής, να φέρει τον κόσµο της εργασίας πιο κοντά στον χώρο όπου λαµβάνονται οι αποφάσεις, και προπαντός να αντιµετωπίσει τις ανάγκες των πολλών.

Ο κ. Ευκλείδης Τσακαλώτος είναι καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
ΠΗΓΗ: tovima.gr