15 Δεκ 2011

Οι ταινίες της εβδομάδας: Ο Τομ Κρουζ και πάλι σε φόρμα

  
Του Γιάννη Ζουμπουλάκη   
Το πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι βλέποντας την τέταρτη κινηματογραφική «Επικίνδυνη αποστολή», είναι, ότι τα περισσότερα εφέ της ταινίας έγιναν στο... πρόσωπο του πρωταγωνιστή της Τομ Κρουζ, γιατί πραγματικά τόσο νέο...
έχω να τον δω από την εποχή του «Τοp gun»! 
Εντάξει, ο Κρουζ είναι φτιαγμένος από την πάστα του σταρ αλλά 50άρης; Με τίποτε δεν του φαίνεται! Μπράβο στο παλικάρι, δεν μπορώ να πω...

Αλλά και μπράβο στον Μπραντ Μπερντ, τον σκηνοθέτη της ταινίας (πρώην μέλος της δημιουργικής ομάδας της PIXAR και σκηνοθέτης των «Απίθανων» και του «Ρατατούη»), ο οποίος κατασκεύασε μια εξαιρετική περιπέτεια, σάρκινη και ουχί πλαστική, απολύτως πιστευτή μέσα στις υπερβολές της και το κυριότερο, με ανθρώπινους ήρωες. Μόνον σε ταινία του Χόλιγουντ μπορείς να δεις το Κρεμλίνο να ανατινάζεται και να το... πιστεύεις, όπως ακριβώς συμβαίνει εδώ.

Η σούπερ ομάδα των «Επικίνδυνων αποστολών» του Ιθαν Χαντ (Κρουζ) θα γίνει ο αποδιοπομπαίος τράγος της έκρυθμης κατάστασης, αφού την ώρα της έκρηξης βρισκόταν στον χώρο. Το όλο θέμα λοιπόν είναι να μπορέσει να δικαιωθεί βρίσκοντας τους πραγματικούς ενόχους, οι οποίοι, όπως μαθαίνουμε, έχουν στα σχέδιά τους... πυρηνικό πόλεμο.

Αυτό θα σημάνει μια σειρά από κυριολεκτικά αδιανόητες και εξωφρενικά διασκεδαστικές περιπέτειες όπως το σκαρφάλωμα του Χαντ σε έναν ουρανοξύστη 150 ορόφων και βάλε στο Ντουμπάι (πιάνεται η ψυχή σου με το που το βλέπεις) ή την αντιμετώπιση μιας φοβερής αμμοθύελλας στην ίδια περιοχή.

Ο Κρουζ παίζει στα δάχτυλα έναν ήρωα που ξέρει πια απ' έξω και ανακατωτά, αλλά το όμορφο είναι ότι τον εξελίσσει, δίνοντάς του μάλιστα μια δραματική χροιά (κάτι τρέχει με τη γυναίκα του). Δίπλα του ο χαριτωμένος Σάιμον Πεγκ (ο άσος των κομπιούτερ), η Πόλα Πάτον (πανέμορφη και με τύπο α λα Τζένιφερ Λόπεζ στο σοβαρότερο) και ο Τζέρεμι Ρένερ που υποδύεται το σκοτεινότερο και πιο αινιγματικό μέλος της ομάδας.

Εν ολίγοις, η επιτομή της χορταστικής περιπέτειας που όχι μόνον δεν προσβάλλει τη νοημοσύνη σου, αλλά που δεν θες και να τελειώσει. Ε ναι, πού και πού χρειάζεται και αυτό - κακά τα ψέματα!

Στο στόμα της Wall Street
 


 Ένα εκλεκτό καστ ηθοποιών, ανάμεσα στους οποίους ο Κέβιν Σπέισι, ο Τζέρεμι Αϊρονς, ο Στάνλεϊ Τούτσι και ο Πολ Μπέτανι συμπρωταγωνιστούν στο θρίλερ «οικονομίας» «Ο δρόμος του χρήματος» («Margin call», ΗΠΑ, 2011), που επιστρέφει στα πρώτα στάδια της οικονομικής κρίσης του 2008 και αποτελεί ένα εξαιρετικό ντεμπούτο στην σκηνοθεσία του πρωτοεμφανιζόμενου στην μεγάλου μήκους ταινία, Τζέι Σ. Τσάντορ.

Διόλου τυχαία, το σενάριο της ταινίας βασίζεται στην πραγματική ιστορία της Lehman Brothers, που κατέρρευσε το 2008 και επίσης διόλου τυχαία, ο πατέρας του σκηνοθέτη (και σύμβουλος του σεναρίου) εργάστηκε σε αυτήν την εταιρία τροφοδοτώντας τον γιο του με μια ποικιλία εμπειριών.

Ο Σπέισι υποδύεται το δεξί χέρι του προέδρου μιας επενδυτικής εταιρίας (Αϊρονς) που βρίσκεται υπό κατάρρευση. Ένα μόλις εικοσιτετράωρο είναι ο δραματουργικός χρόνος της ταινίας την ώρα που ο χώρος της (σχεδόν θεατρικός) περιορίζεται στα γραφεία της εταιρίας, τα οποία ο Τσάντορ κινηματογραφεί λες και πρόκειται για φυλακές.

Μέσα από τις ατέλειωτες συσκέψεις κεκλεισμένων των θυρών, τα ύπουλα «μαχαιρώματα» και τα κτυπήματα κάτω από την μέση, το φιλμ ακτινογραφεί σχέσεις και προσωπικότητες και ξεσκεπάζει όλο το παρασκήνιο που λαμβάνει χώρα στα ρετιρέ των φωταγωγημένων ουρανοξυστών του Μανχάταν, απ' που μια χούφτα άνθρωποι μπορούν να αποφασίσουν για το μέλλον εκατομμυρίων.

Ταινία άκρως επίκαιρη που μιλά ωμά και σταράτα για τον οικονομικό εφιάλτη τον οποίο ζούμε τα τελευταία χρόνια.

Το πορτρέτο ενός αβοήθητου σχιζοφρενούς
 



Το «Καταφύγιο» («Take shelter», ΗΠΑ, 2011), δεύτερη ταινία του ανεξάρτητου αμερικανού σκηνοθέτη Τζεφ Νίκολς, είναι μια πολύ δυσάρεστη αλλά συγχρόνως ενδιαφέρουσα ταινία, που πραγματεύεται τη σχιζοφρένεια, με κεντρικό ήρωα έναν οικογενειάρχη (Μάικλ Σάνον) που διακατέχεται από μια ψυχωτική εμμονή: θέλει να κατασκευάσει από την αρχή το καταφύγιο του σπιτιού του που βρίσκεται στην ύπαιθρο του Οχάιο, περιοχή που πλήττεται από τους ανεμοστρόβιλους.

Η ταινία είναι η ανατομία ενός ανθρώπου στα πρόθυρα της τρέλας.
Ολος ο κόσμος του καταρρέει, την ώρα που η μπουλντόζα σκάβει στον κήπο του. Η οικογένεια, η δουλειά, οι φίλοι, οι συγγενείς, ο ύπνος του γεμάτος φρικτούς εφιάλτες και πόνο. 

Τι μπορεί να συμβαίνει μέσα στην ψυχή του; Παίζει ρόλο που η μητέρα του (Κάθι Μπέικερ) είναι επίσης σχιζοφρενής; Μπορεί να τον βοηθήσει η γυναίκα του (Τζέσικα Τσαστέιν); Μήπως οι φοβίες του για το ξέσπασμα ενός ανεμοστρόβιλου που θα ισοπεδώσει την περιοχή, έχουν κάποια βάση;

Ο Νίκολς παραθέτει τα ερωτήματα χωρίς απαραιτήτως να επιδιώκει απαντήσεις, τον ενδιαφέρει η καταγραφή των καταστάσεων και ενίοτε «παίζει» διακριτικά με το στοιχείο του θρίλερ. Ωστόσο, πολύ σύντομα το φιλμ «κολλάει» και δείχνει στάσιμο. 

Για πόση άλλωστε ώρα μπορείς να παρακολουθείς λεπτομέρειες από τη ζωή μιας τόσο ακραίας περίπτωσης ανθρώπου, χωρίς στην ουσία να υπάρχει εξέλιξη στο σενάριο, πέραν της προβλέψιμης, που είναι η καταλυτική έκρηξη του ήρωα;

Eνας παιδόφιλος ανάμεσά μας 



Πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Αυστριακού Μάρκους Σλάινζερ - βοηθού του σκηνοθέτη Μίκαελ Χάνεκε - το «Michael» (Αυστρία, 2011) είναι το πορτρέτο ενός 35χρονου παιδόφιλου (Μίκαελ Φουίτ) και του θύματός του, ενός δεκάχρονου αγοριού (Νταβίντ Ράουχενμπεργκερ) το οποίο κρατά φυλακισμένο μέσα στο ειδικά διαμορφωμένο σπίτι του, κάπου στην Αυστρία.

Προσεκτικά δομημένο, το φιλμ παρακολουθεί την καθημερινότητα των δυο αυτών ανθρώπων. 

Ο παιδόφιλος είναι ένας ήσυχος, μοναχικός υπάλληλος, που δεν θέλει πολλά-πολλά με κανέναν και αποφεύγει κάθε είδους επικοινωνία. Τον βλέπουμε να τρώει με το παιδί, να παίζει μαζί του και στην πιο προκλητική σκηνή της ταινίας (που όμως γυρίστηκε σε split screen - χωρίς δηλαδή να βλέπει ο ένας ηθοποιός τον άλλο) να δείχνει στο παιδί το πέος του και να το ρωτά: «Θέλεις να σε καρφώσω με αυτό ή με ένα μαχαίρι;» (το παιδί επιλέγει το μαχαίρι και αν αυτό λέγεται χιούμορ, προσωπικά δεν γέλασα καθόλου).

Ανάμεσα στους στόχους του Σλάινζερ ενδεχομένως να είναι ο σχολιασμός μιας κοινωνίας, ψυχρής, απόμακρης και τελικά άρρωστης, εφόσον φαινόμενα σαν αυτό της ταινίας έχουν σημειωθεί στην πραγματικότητα (το σενάριο μάλιστα είναι εμπνευσμένο από μια πραγματική ιστορία που συνέβη στην Αυστρία το 1998).

Αν και η ταινία δεν είναι τόσο σοκαριστική όσο φαντάζεται κανείς, δύσκολα μπορείς να την αποδεχτείς όχι μόνον εξαιτίας του απωθητικού θέματός της, το οποίο ο Σλάινζερ πλασάρει κατά τέτοιον τρόπο, ώστε όχι να μην γίνεται ενοχλητικό, αλλά και επειδή την ίδια ώρα, ηθελημένα ή όχι, αναγκάζει τον θεατή να συμφιλιωθεί μαζί του.

Ε, προσωπικά, αυτού του τύπου η συμφιλίωση, δεν με αφορά.

Αντρες... άλλα ντ' άλλων
 


 Με το «Αλλάζουμε;» («The change», ΗΠΑ, 2011) ομολογώ, ότι έπιασα τον εαυτό μου πολύ συχνά να γελάει, όπως ακριβώς είχε συμβεί με τους «Γαμομπελάδες» (2005) που γυρίστηκαν από τον ίδιο σκηνοθέτη, Ντέιβιντ Ντόπκιν.
Ακολουθώντας το ίδιο μοτίβο, ο Ντόπκιν πραγματεύεται και πάλι τη σχέση δυο εντελώς διαφορετικών μεταξύ τους ανδρών, των οποίων η φιλία και αυτή τη φορά κλονίζεται. 

Αιτία αυτή τη φορά ένα κοινό... κατούρημα. Ενώ κάνουν την ανάγκη τους σε ένα σιντριβάνι, εύχονται ο ένας να έπαιρνε τη θέση του άλλου και η ευχή γίνεται πραγματικότητα!

Μόνον που ο ένας είναι επιτυχημένος δικηγόρος, πιστός σύζυγος και πατέρας τριών παιδιών (Τζέισον Μπέιτμαν), την ώρα που ο άλλος είναι φανατικός εργένης, τεμπέλης, μαστούρης και γυναικάς (Ράιαν Ρέινολντς). Τι μπορεί να συμβεί αν ανταλλάξουν τις ψυχές τους την ώρα που τα πρόσωπά τους παραμένουν τα ίδια; Αλλο να το λες και άλλο να το βλέπεις.

Διαχρονική όπερα
 


Στις 31 Αυγούστου του 1928 στο Σιφμπάουερνταμ Τεάτερ του Βερολίνου ανεβαίνει για πρώτη φορά η «Οπερα της πεντάρας» του Μπέρτολντ Μπρεχτ.  
Με βασικούς ήρωες έναν στυγνό «επιχειρηματία» που δηλώνει φτωχός αλλά εκμεταλλεύεται τους επαίτες του Λονδίνου, έναν επίορκο αστυνομικό, έναν ληστή που λιγουρεύεται τα μεγάλα «πορτοφόλια» και μια διάσημη πόρνη το έργο έγινε αμέσως τεράστια επιτυχία. Αλλωστε την επομένη κιόλας της πρεμιέρας τα τραγούδια και η μουσική του Κουρτ Βάιλ κατέκλυσαν τους δρόμους του Βερολίνου.

Δυο χρόνια αργότερα και ενώ το έργο είχε ανεβεί με επιτυχία σε πολλές χώρες της Ευρώπης, ο γερμανός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχεμ Παμπστ άρχισε τα γυρίσματα της «Οπερας της πεντάρας», σε δύο μάλιστα εκδοχές, τη γερμανική και τη γαλλική με διαφορετικούς ηθοποιούς στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, αλλά με τους ίδιους ηθοποιούς στους δεύτερους ρόλους και τα ίδια σκηνικά (ανάμεσα στους ηθοποιούς οι Χάραλντ Πάουλσεν και η θρυλική Λότε Λένια).

Ο Παμπστ ήθελε να χαρίσει στην ταινία, το διεθνές κύρος που είχαν οι ταινίες του βωβού κινηματογράφου μερικά χρόνια πιο πριν και αυτές οι δυο εκδοχές που προσφέρουν συναρπαστικό υλικό για σύγκριση διανέμονται αυτή την εποχή από την εταιρεία New Star κατ' αποκλειστικότητα στην αίθουσα CAPITOL ΖΕΦΥΡΟΣ.

Ογδόντα πλέον χρόνια από την πρεμιέρα της ταινίας, το έργο παραμένει το ίδιο επίκαιρο και σαρκαστικό, ένα σκληρό «κατηγορώ» προς το καπιταλιστικό σύστημα και την εκμετάλλευση των αδύναμων κρίκων της κοινωνίας, των χαμηλόμισθων ή των ανέργων και την ανάγκη τους για δουλειά.

Ο Μπρεχτ λέει, ότι εμπόριο μπορούν να γίνουν τα πάντα - ακόμη και η ελεημοσύνη! 

Η ταινία είναι μια επίκαιρη επιλογή και κριτικό σχόλιο για τις εποχές που διανύουμε, εποχές όπου το σύγχρονο οικονομικοκοινωνικό σύστημα περνά την πιο βαθιά του κρίση.

ΠΗΓΗ: tovima.gr