5 Οκτ 2011

Νίκος Χριστοδουλάκης: Έτσι θα σωθεί ο Τιτανικός


Συνέντευξη στον Θανάση Βασιλείου
Η κρίση τα αλλάζει όλα: το πολιτικό περιβάλλον, τις κοινωνικές σχέσεις, την οικονομία, μέχρι τις αξίες και τις βεβαιότητες που επικράτησαν τις προηγούμενες δεκαετίες. 
Επειδή οι αλλαγές αυτές μας...
αφορούν ατομικά, συλλογικά και συνολικά, ας μην αφήσουμε να επέλθουν ερήμην, υποστηρίζει ο Νίκος Χριστοδουλάκης στο νέο του βιβλίο (εκδ. Πόλις). Τελικά σώζεται ο «Τιτανικός»;

Σίγουρα η χώρα θα μπορούσε να αποφύγει τις συνέπειές της με έναν συνδυασμό συνετής διαχείρισης, διορατικότητας και άμεσης δράσης στο εσωτερικό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Στην κρισιμότερη καμπή της νεότερης ιστορίας, μεταξύ θεωρίας και πράξης, ο πρώην υπουργός Οικονομίας διατηρεί την αισιοδοξία του, ακολουθεί μια πρακτική προσέγγιση «καλύτερα μια λύση τώρα, παρά μια καλύτερη (ή χειρότερη;) λύση αργότερα», αντιπαραβάλλοντάς την στην αέναη προσμονή μιας θεωρητικής πληρότητας και ολοκληρωμένης διερεύνησης όλων των παραμέτρων.

Από τη συμβατική σοφία της Οικονομικής, προκρίνει κεϋνσιανές πολιτικές, αλλαγή ρότας της ΕΕ με αίτημα τα γρηγορότερα αντανακλαστικά και προς στην κατεύθυνση της αλληλεγγύης των εταίρων και όχι του υπολογισμού των δανειστών και, τέλος –το σπουδαιότερο–, εγρήγορση στα του οίκου μας. Δηλαδή, να υλοποιήσουμε τις δεσμεύσεις το ταχύτερο δυνατόν και, αφού το πετύχουμε, να ζητήσουμε επαναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου. Όχι επειδή μας το ζητάνε, αλλά επειδή το θέλουμε εμείς. Σε τελευταία ανάλυση την Ελλάδα και τους Έλληνες αφορά όλη αυτή η ιστορία. Και η όποια έκβασή της σημερινής ελληνικής τραγωδίας, πρώτους εμάς αφορά.

Μήπως θα πρέπει να αρχίσουμε επιτέλους να μιλάμε για την ύφεση και όχι τόσο για το χρέος;


Πριν από λίγες μέρες ο Κρούγκμαν δημοσίευσε ένα άρθρο, στο οποίο εντοπίζει ως κύρια αιτία της σημερινής κρίσης στην Νότια Ευρώπη, όχι  το δημόσιο χρέος, αλλά τα μεγάλα εμπορικά ελλείμματα, που κάνουν τις χώρες ευάλωτες στον εξωτερικό δανεισμό. Αυτό είναι τελικά θέμα εσωτερικής παραγωγής. 

Στην περίοδο της άνθησης η χώρα εισάγει υπερβολικά πολλά, αλλά βρίσκονται πολλοί πρόθυμοι να της δανείσουν, αναπτύσσονται  υπηρεσίες γύρω από τα εισαγόμενα και η οικονομία τρέχει. 
Σε μια παγκόσμια κρίση, οι δανειστές στερεύουν, οι εισαγωγές περιορίζονται και η εσωτερική οικονομία βυθίζεται στην ύφεση και στα χρέη που έχει συσσωρεύσει. 
Σε μία πρόσφατη μελέτη που έκανα με συνεργάτες μου στο Πανεπιστήμιο βρήκαμε, ότι σε όλες τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου και στην Ελλάδα οι ξένες επενδύσεις πήγαν σε παραθεριστικές κατοικίες και υπηρεσίες, αυξάνοντας τον πλούτο αλλά μόνο εφάπαξ και την κατανάλωση δια παντός αλλά χωρίς μόνιμα εισοδήματα. Αυτό είναι το μοντέλο που πρέπει να αλλάξει, ιδιαίτερα μέσα στην σημερινή κατάσταση.

Ανάλογα φαινόμενα διεύρυνσης των εξωτερικών ελλειμμάτων παρατηρήθηκαν κυρίως μετά το 2004 σε όλες τις νότιες οικονομίες της Ευρωζώνης (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία και Γαλλία), αλλά και στην Ιρλανδία μετά το 2006. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι μετά την κρίση του 2008 όλες αυτές οι χώρες είτε κατέφυγαν στον Μηχανισμό Διάσωσης, είτε δέχονται ισχυρές κερδοσκοπικές πιέσεις, ακόμα και αν δεν είχαν σοβαρά προβλήματα χρέους και δημοσίων ελλειμμάτων. Για παράδειγμα, Ιρλανδία, Πορτογαλία και Ισπανία είχαν πολύ χαμηλό χρέος το 2008, βρέθηκαν όμως εκτεθειμένες στην έλλειψη ρευστότητας και είδαν τα σπρεντ να εκτινάσσονται αμέσως. Αντίθετα το Βέλγιο, αν με πολύ μεγάλο δημόσιο χρέος, είχε εξωτερικό πλεόνασμα και δεν μπήκε σε αυτή την κρίση.

Ας δούμε τώρα την σχέση ύφεσης και χρέους σε ένα τρέχον ζήτημα:

Στις 21 Ιουλίου συμφωνήθηκε η συμμετοχή ιδιωτών στην εθελοντική μετακύλιση του ελληνικού χρέους. Εάν το λεγόμενο σχήμα PSI (private sector involvement) υιοθετηθεί από το 90%  των τραπεζών, αναμένεται να αποκλιμακώσει την παρούσα αξία των ομολόγων που κατέχουν κατά 21%. Η τελική ελάφρυνση του χρέους θα είναι 10-15% του ΑΕΠ ανάλογα με τις λήξεις που κατέχουν.
 

Είναι όμως σημαντικό, να συγκρίνει κανείς αυτή την ελάφρυνση με την επιβάρυνση που υπέστη ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ λόγω της ύφεσης, που σωρρευτικά την τελευταία τριετία ξεπέρασε το 12% του ΑΕΠ. Εάν υποθέσουμε ότι την τριετία 2009-2011 είχαμε απλώς μηδενική ανάπτυξη το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ θα ήταν χαμηλότερο κατά 15 έως 18 μονάδες, αισθητά καλύτερα ακόμα και από την πλήρη επιτυχία του PSI.

Υπάρχουν λύσεις που δεν τις βλέπουμε γιατί κοιτάμε αλλού;

Τίποτα δεν θα γίνει αν δεν βγούμε από την ύφεση επειγόντως. Αν η ύφεση συνεχιστεί, ούτε οι μεταρρυθμίσεις πιάνουν, ούτε επενδύσεις γίνονται, ούτε έσοδα μαζεύονται

Το έχω υποστηρίξει: η έξοδος από την κρίση μπορεί να βασιστεί στη δημοσιονομική πειθαρχία, μόνο μέχρι το σημείο που αρχίζει η ύφεση. Με την ύφεση, ο καθένας σκέφτεται το αύριο με απόγνωση και σχεδιάζει πως θα εξοικονομήσει και θα αποταμιεύσει κάτι παραπάνω. Μέχρι και η τωρινή πρόεδρος του ΔΝΤ διακηρύσσει, ότι προτεραιότητα είναι η ανάπτυξη και όχι η λιτότητα. Γι’ αυτό λοιπόν πρέπει να δούμε έκτακτες λύσεις.

Η Ελλάδα μπορεί να «κόψει δρόμο» και να βγει από την ύφεση με την άμεση ανάθεση και εκκίνηση μεγάλων έργων υποδομής από το πακέτο των 15,4 δισ. ευρώ του Ιουλίου, το οποίο για επικοινωνιακούς λόγους αποκλήθηκε «νέο Σχέδιο Μάρσαλ», χωρίς, όμως, να έχει ακόμα αποκτήσει και τη δυναμική του. 

Την ενιαία διαδικασία μελέτης, αδειοδότησης, κατασκευής  και λειτουργίας του έργου θα μπορούσε να αναλάβει η γενναίως αμειβόμενη Δύναμη Δράσης που έστειλε στην Ελλάδα η Κομισιόν, κατευθύνοντας τα ευρωπαϊκά  κονδύλια σε πραγματικά αναπτυξιακά έργα με επείγουσες διαδικασίες, όπως έγινε και στο πραγματικό Σχέδιο Μάρσαλ. 
Μικρές και μεγάλες υποδομές από βιολογικούς καθαρισμούς, μαρίνες, λιμάνια και πάρκα μικρομεσαίων επιχειρήσεων μπορούν να αποφύγουν όλη την κρατική πολυδιάσπαση, αλλά κυρίως τις ατέρμονες διαδικασίες μικρο-εγκρίσεων και εκβιασμών από κάθε λογής τοπικό παράγοντα. 
Αυτό θα δημιουργήσει μία αναπτυξιακή ανάφλεξη και θα διαμορφώσει καλύτερες προϋποθέσεις για την μείωση του ελλείμματος, πράγμα που ποτέ δεν θα γίνει με όλο και περισσότερους νέους φόρους.

Πώς σχολιάζετε τον ρόλο της Ευρώπης, θετικά ή αρνητικά, σε σχέση με το ελληνικό ζήτημα;

Η ΕΕ παίρνει πάντα τις σωστές αποφάσεις με έξι μήνες καθυστέρηση. 

Αν την απόφαση για την ελεύθερη κατάθεση ελληνικών ομολόγων στην ΕΚΤ, αντί τον Μάρτιο 2010, την είχε πάρει τον Νοέμβριο 2009, θα είχαμε γλυτώσει από πολλές πιέσεις.
Αν η Συμφωνία του Ιουλίου είχε ληφθεί τον Ιανουάριο θα είχε τώρα εφαρμοστεί, αντί να γίνεται η λιτανεία στα εθνικά κοινοβούλια και να περιμένουμε τι θα πει ο κάθε τοπικός ψηφοθήρας. 
Το θέμα είναι τώρα το επόμενο βήμα. 
Βέβαια, η οριστική λύση θα ήταν η έκδοση Ευρω-ομολόγου αλλά προσκρούει σε μείζονες αντιδράσεις της Γερμανίας και άλλων βορείων χωρών και δεν υπάρχει χρόνος αναμονής. 

Αντ’ αυτού, η γρήγορη και εφικτή διέξοδος είναι να καταπιεί προσωρινά την ευαισθησία της και να κάνει αυτό που της λέει ο Ομπάμα: δηλαδή, να ακολουθήσει η ΕΚΤ μια πολιτική «ποσοτικής διευκόλυνσης», όπως έκανε η Αμερική τα τελευταία δύο χρόνια.
Με την αύξηση της ποσότητας χρήματος που θέτει σε κυκλοφορία και την διάθεση του σε μαζικές αγορές ομολόγων των υπό πίεση χωρών, οι κερδοσκοπικές πιέσεις θα λουφάξουν γιατί επιτέλους θα πειστούν ότι η δύναμη πυρός είναι ανεξάντλητη και όχι με το σταγονόμετρο. 
Αυτό βέβαια θα αυξήσει τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη, όμως υπό την απειλή κατάρρευσης και την προοπτική μεγαλύτερης ύφεσης αυτός είναι ένας φόβος, αν όχι ανύπαρκτος τουλάχιστον δευτερεύων.

Τι θα έπρεπε να κάνουμε εμείς για να σταματήσουμε τη ζοφερή ατμόσφαιρα που έχει δημιουργηθεί στην κοινωνία και την οικονομία;

Να ανασυντάξουμε τα του οίκου μας, να υλοποιήσουμε τις δεσμεύσεις το ταχύτερο δυνατόν και, αφού το πετύχουμε, να ζητήσουμε επαναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου. 

Προσοχή όμως. Όχι επειδή αδυνατούμε να εφαρμόσουμε πολιτική, αλλά επειδή μόνοι μας μπορούμε να τα καταφέρουμε καλύτερα χωρίς ξένη υπαγόρευση και ποδηγέτηση. Το έκανε ήδη η Ιρλανδία και κατάφερε την Γερμανία να πάρει πίσω τον όρο αύξησης φορολογίας που είχε θέσει πέρυσι. Πιστεύω βαθιά ότι οι κοινωνίες δεν αλλάζουν με εξωτερικές νουθεσίες και προσταγές, αλλά μόνο με εσωτερική ανάταση και εθνικό φιλότιμο. Και τώρα εκεί πρέπει να βασιστούμε για να έχουμε μέλλον.

Πάρτε για παράδειγμα τις κυοφορούμενες αλλαγές στο Δημόσιο.

Έπρεπε να είχαν ξεκινήσει με δική μας πρωτοβουλία, ως ευκαιρία νοικοκυρέματος και όχι ως στρίμωγμα της τρόικας που θα εφαρμοστεί ισοπεδωτικά. 
Υπάρχει, όντως, μεγάλο θέμα δημόσιας διοίκησης. Παρά τα πολλά άξια και ικανά στελέχη που έχει, είναι υπερφορτωμένη, σπάταλη και συχνά εχθρική στην ιδιωτική πρωτοβουλία και αυτά πρέπει να αλλάξουν. Όμως, χωρίς αξιολόγηση, οι οριζόντιες περικοπές φέρνουν γενική απαξίωση. Στο Δημόσιο δεν είναι ούτε όλοι άχρηστοι, όπως λένε μερικοί, ούτε όλοι χρήσιμοι όπως λένε οι συνδικαλιστές. Χρειάζεται έλεγχος, επιβράβευση του ικανού και απομόνωση του τεμπέλη, που, συνήθως, είναι και διορισμένος κομματικά και με τις πλάτες που έχει αδιαφορεί για όλα.

 Να μπουν σε εφεδρεία οι διορισμένοι συγγενείς και τα βλαστάρια του κομματικού σωλήνα. Τότε οι πολλοί και άξιοι που θα παραμείνουν θα έχουν περισσότερα κίνητρα να δουλέψουν και η διοίκηση μπορεί έτσι να γίνει πιο χρήσιμη στην κοινωνία, αντί να αποτελεί μόνιμο στόχο όσων ανεύθυνα την χλευάζουν και αδίκως την απαξιώνουν.


ΠΗΓΗ: theinsider.gr