30 Απρ 2021

Η καµπάνα της Ανάστασης - Πασχαλινό διήγηµα του Γιάννη Δ. Μπάρτζη


Ήταν ένα είδος άγραφου εθίµου στο χωριό µας και φάνταζε άθλος τρανός στα παιδικά µας όνειρα, το χαρµόσυνο χτύπηµα της καµπάνας τη νύχτα της Ανάστα σης. Εκείνα τα χρόνια -όχι και τόσο µακρινά- το έργο του κωδωνοκρούστη στις µι κρές ενορίες της επαρχίας ήταν στα χέρια των παιδιών και των εφήβων. Από µικρή ηλικία όλοι γνωρίζαµε τη συνθηµατική γλώσσα της..

καµπάνας και πρόθυµα τρέχαµε, τραβώντας το µακρύ σχοινί της, να της δώσουµε πνοή, να ακουστεί στα πέρατα το ηχηρό της κάλεσµα για λειτουργίες και τελετές, για κηδεία, για πυρκαγιά, για συγκέντρωση στην πλατεία και για ό,τι έκτακτο µπορούσε να ταράξει την υπαίθρια γαλήνη µας.  Ιδιαίτερα στις ηµέρες του Πάσχα το καµπαναριό ήταν στις δόξες του. Η καµπάνα του χωριού συµµετείχε οργανικά στην  ανάµνηση του θείου δράµατος και µε τη µαγεία των ήχων της έµπαζε τις ψυχές µας στην υποβλητική ατµόσφαιρα της Εβδοµάδας των Παθών.  

Τη Μεγάλη Παρασκευή δε σταµατούσε να µυρώνει την ατµόσφαιρα µε τον δικό της Επιτάφιο Θρήνο. Απ’ το πρωί αχάραγα ίσαµε τα µεσάνυχτα που θα τελείωνε η λιτανεία της περιφοράς, το σκοινί της ρόζιαζε τα χέρια µας. Αυτός ο πένθιµος ρυθµός, νταααν…νταααν! νταααν… νταααν! νταααν…  νταααν! µονότονος, βαρύθυµος, διαρκής, ώρες ατελείωτες φόρτιζε τον αέρα που αναπνέαµε µε µιαν άφατη θλίψη.  

Κι εµείς σπρωχνόµαστε και γκρινιάζαµε αναµεταξύ µας ποιος θα τη χτυπήσει περισσότερο· διαγωνιζόµαστε ποιος θα την κάνει να ηχήσει πιο εκφραστικά, πιο πένθιµα· µαλώναµε και γελάγαµε και βριζόµαστε µες στην ορµή του ανταγωνισµού µας. Στον αυλόγυρο εκεί της εκκλησιάς κάτω από το πέτρινο καµπαναριό,  

ξετυλιγόταν ο δυναµισµός µας, ωρίµαζε η ευαισθησία µας, µέστωνε εντός µας το φιλότιµο και κονταροχτυπιόντανε η αθωότητα µε τη ζωντάνια µας.  Όµως, τη νύχτα της Λαµπρής, η διεκδίκηση πρωτιάς στον αναστάσιµο καµπα νισµό ξεπέρναγε τα όρια κάθε επιτρεπτής µεθόδευσης. Εκείνος που θα ηχούσε πρώ τος το βροντώδες κάλεσµα στη γιορτή της Ανάστασης, αυτός που θα ξυπνούσε πρώ τος το χωριό µε γιγάντιες νότες µετάλλινης χαράς, θα συζητιόταν για πολλές ηµέρες σαν τοπικός µας ήρωας. Θα άκουγε εγκώµια από τους γέροντες, θα τον παινεύανε οι µεγάλοι, θα τον ζήλευαν τα παιδιά, θα τον κρυφόδειχναν τα κορίτσια… «Και του

   2 

χρόνου πάλι απ’ τα χέρια σου!» θα του λέγανε δεκάδες στόµατα. Ήταν για το χωριό µας κάτι σαν τον πρωτοβουτηχτή, που πιάνει τον Σταυρό τα Θεοφάνεια σε άλλους τόπους πιο ευλογηµένους, που έχουνε θάλασσες, λίµνες και ποταµούς. Πού τέτοιες χάρες το ξεροβούνι µας!…  

Όλο το µυστικό για την επιτυχία του αναστάσιµου κωδωνοκρούστη βρισκόταν στην παρακολούθηση των νυχτερινών κινήσεων του παπα-Μήτσου. Το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου ξαπλώναµε όλοι νωρίς να κοιµηθούµε. Το χτύπηµα της καµπάνας, απότοµο µες στην απόλυτη σιωπή, δυνατό, ασυγκράτητο, ηχηρό, θα τρύπωνε µε χαρούµενη βία στα φτωχικά µας και θα µας έβγαζε από τη γλυκιά θαλπωρή του Μορφέα. Με τον χτύπο της ξυπνούσαν όλες οι φαµελιές κι έπαιρναν ζωή τα στενά µας σοκάκια. Καλοντυµένα πρόσωπα, φωτισµένα χαµόγελα και παιδικά χασµουρητά, µε προποµπούς τους µεγαλύτερους µε λαµπάδες στα χέρια και κεριά,  κατευθυνόµαστε γοργά προς την εκκλησία. Και η καµπάνα να λαλεί συνέχεια το προσκάλεσµα στη θεϊκή χαρά. Να γιατί λογιάζονταν ήρωας, αυτός που σήκωνε στο πόδι το χωριό και πλούµιζε µε ήχους από το καµπαναριό ψηλά όλο αυτό το πανηγύρι.  

Αν ήθελες να τύχεις τέτοια µοναδική καταξίωση, έπρεπε να µείνεις ξυπνητός τη νύχτα της Ανάστασης και να κατασκοπεύεις το σπίτι του παπά ή του καντηλανάφτη. Οι δυο τους είχαν τα κλειδιά και άνοιγαν την εκκλησία. Το πιο σίγουρο βέβαια ήταν το σπίτι του παπά, αφού χωρίς αυτόν λειτουργία δε γίνεται.  

Μόλις άναβε η λάµπα και φώτιζε η κάµαρα του παπα-Μήτσου, ακούγονταν νεανικές φωνές από τους γύρω θάµνους: «Να χτυπήσουµε, παππούλη;» «Ορµάτε,  παιδιά!» έβγαινε πίσω απ’ το παράθυρο µε ύφος στρατηγού η εντολή. «Ξυπνάτε τους όλους! Πάµε για Ανάσταση!»  

Άρχιζαν τότε τα τρεξίµατα και οι τρικλοποδιές κι έµπαιναν σε εφαρµογή ποι κίλες και πρωτότυπες -αθέµιτες- εµπνεύσεις, που θα έφερναν τον έναν -τον πιο επι τήδειο- πρώτο στις σκάλες του καµπαναριού.  

Μια χρονιά όµως ο Αντώνης της Κονταράκαινας, ο επονοµαζόµενος «Κεφά λας», θέλησε να εξασφαλίσει για λογαριασµό του την υψηλή τιµή του αναστάσιµου καµπανισµού. Και το σιγούρεψε µε τρόπο πράγµατι πρωτότυπο, αν και καθόλου έντιµο. Το προηγούµενο Πάσχα είχε καταφέρει να µείνει ξάγρυπνος και ξεροστάλια σε νυχτιάτικα κάτω απ’ το παράθυρο του παπα-Μήτσου, αλλά κάποιοι του έκαναν ζαβολιά και τον έβγαλαν από τον αγώνα. Είχαν τεντώσει ένα σύρµα στο µονοπάτι που έτρεχε. Κουτρουβαλιάστηκε, τσακίστηκε και λίγο έλειψε να κάνει Λαµπρή στο κρεβάτι. Είχε άγιο -που λένε-, µα την πρωτιά της καµπάνας τού την άρπαξε άλλος.  

Ο Αντώνης έµεινε ξύπνιος πάλι την επόµενη χρονιά, αλλά δεν πήγε κατά του παπά το σπίτι. Ούτε έξω απ’ του καντηλανάφτη κρυφοφύλαξε. Στήθηκε µόνος κάτω απ’ το καµπαναριό και περίµενε. Κόντευε µάλιστα να πάρει έναν υπνάκο, όταν έφτασε ασθµαίνοντας ο πρώτος επίδοξος κωδωνοκρούστης. Ατάραχος ο Αντώνης τον άφησε να ανέβει ξέπνοος τα σαράντα σκαλιά, ενώ ένα σαρδόνιο χαµόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπό του.  

«Δεν υπάρχει γλωσσίδι! Πού είναι το γλωσσίδι;» ακουγόταν από ψηλά η αγα νακτισµένη διαµαρτυρία. Σε λίγο κατέφτασαν κι άλλοι «δροµείς». Πιστεύοντας κα θένας τους ότι θα τύχει την πρωτιά, έτρεχαν ως επάνω, ώσπου στοιβάχτηκαν όλοι στο στενό κεφαλόσκαλο. Όταν κατάλαβαν ποια ήταν η αιτία της καθυστέρησης του

   3 

χαρµόσυνου χτύπου, άρχισαν ψαχουλεύοντας στο σκοτάδι τριγύρω στα τοιχώµατα και στα σκαλιά, µήπως βρεθεί το χαµένο σιδερικό.  

Ώσπου έφτασε κι ο παπα-Μήτσος µε τον καντηλανάφτη. «Ακόµα να χτυπήσε τε; Περνάει η ώρα! Βαράτε τη! Βαράτε τη, ευλογηµένοι!» Κόντεψε να πάθει εγκεφα λικό ο αγαθός ιερέας, σαν άκουσε το κακό που βρήκε το χωριό! Σταυροκοπιόταν και µουρµούριζε προσευχές, προτού ν’ αποφασίσει τι θα ’πρεπε να κάνει σ’ αυτή την κρίσιµη στιγµή. Τα παιδαρέλια σιωπούσαν ταραγµένα.  

Τότε ο Αντώνης ο «Κεφάλας» έλυσε την αινιγµατική σιωπή του. «Πες τους,  παππούλη, να κατέβουν όλοι κάτω και να µπούνε στην εκκλησιά. Την καµπάνα θα τη χτυπήσω εγώ φέτος!» «Τι είν’ αυτά που λες, Αντωνάκη, παιδί µου;» απόρησε ο καη µένος ο παπα-Μήτσος. «Αφού σου λένε ότι πάει το γλωσσίδι. Χάθηκε! Πήρε ο θεός το πρόσωπό του από πάνω µας!» «Εγώ το πήρα το γλωσσίδι, παππούλη!» οµολόγησε ο Αντώνης µε καµάρι. «Πού το ’χεις, ευλογηµένε! Φέρ’ το γρήγορα να σηµάνουµε Ανάσταση!» φρύαξε αγανακτισµένος µα και µε κάποιαν ανακούφιση ο παπάς µας.  «Το ’χω κρύψει ψηλά στον Καµίκο», είπε, δείχνοντας µε το χέρι του ο Αντώνης την κορυφή του βραχόλοφου, που ορθωνόταν στα βόρεια του χωριού.  

Κάποιοι κινήθηκαν καταπάνω του µε άγριες διαθέσεις. Εκείνος ατρόµητος φώναξε στον παπά: «Πες τους να µη µε αγγίξουν, παππούλη, γιατί δε θα σας φανε ρώσω ποτέ το γλωσσίδι!… Αφήστε µε ήσυχο να πάω να το φέρω». Ο παπα-Μήτσος σταυροκοπήθηκε και παρακάλεσε τ’ άλλα παιδιά να κάνουν στην άκρη. «Τρέξτε»,  

τους είπε, «να ειδοποιήσετε τους ψάλτες κι όσους νοικοκυραίους µπορείτε. Χτυπή στε τις πόρτες και φωνάξτε στους δρόµους “Ανάσταση! Ανάσταση!” Τρέξτε, παιδιά µου, γιατί θα ’ρθει το ξηµέρωµα κι εµείς δε θα ’χουµε αναστήσει ακόµα τον Κύριο!»  

Πάνω στην ώρα ήρθαν κι η παπαδιά µε τις κόρες της, η γυναίκα του καντηλανάφτη και καναδυό ενορίτισσες που άκουσαν τη φασαρία και ξύπνησαν. Ο Αντώνης έγινε καπνός και οι άλλοι µπήκανε στον ναό να ετοιµάσουν τη λειτουργία.  Ο παπα-Μήτσος δεν µπορούσε να περιµένει περισσότερο. Με τους λίγους που άρχισαν να καταφτάνουν ξεκίνησε όπως όπως, προσπαθώντας να πνίξει τη οργή και το θυµό του. Όσο και να το καθυστερούσε όµως, πλησίαζε η στιγµή για το «Δεύτε,  λάβετε φως…». Κι ύστερα θα έβγαιναν στο προαύλιο για το «Χριστός ανέστη».  «Μα, γιατί αργεί τόσο;» αναρωτιόταν. Κι όλο έλεγε και ξανάλεγε τα ίδια τροπάρια,  µήπως και έρθουν περισσότεροι χωριανοί.  

Ξαφνικά µια βουερή θύελλα χαλκών ήχων συνεπήρε την πλάση. Ο Αντώνης θαυµατουργούσε από την κορυφή του καµπαναριού και αχολογούσε η οικουµένη τη χαρά της Ανάστασης! Ο παπα-Μήτσος δάκρυσε από το κύµα ανακούφισης που πληµµύρισε το είναι του. «Επιτέλους! Επιτέλους! Σήµανε!»  

Έδωσε εντολή στα παιδιά µε τα λάβαρα και τον σταυρό να κινήσουν προς την έξοδο του ναού. Ξοπίσω ακολούθησε όλο το εκκλησίασµα µε τις λαµπάδες αναµµένες και µε πλατιά χαµόγελα στα πρόσωπα. Από τους γύρω δρόµους συνέρρεαν µπουλούκια γιορτινά οι αργοπορηµένοι χωριανοί. Σε λίγα µόνο λεπτά το προαύλιο της Παναγίας γέµισε ασφυκτικά από κόσµο. Και το αντιλάληµα της καµπάνας, που δε σταµάταγε ούτε στιγµή, θαρρείς και έψελνε µαζί µε τον παπά και τους ψαλτάδες:  

«Χριστός ανέστη εκ νεκρών 

θανάτω θάνατον πατήσας

και τοις εν τοις µνήµασι 

 ζωήν χαρισάµενος».