15 Φεβ 2016

Ογδόντα Γάλλοι οικονομολόγοι συνιστούν: Βάλτε τέλος στη λιτότητα!

  
Ογδόντα Γάλλοι οικονομολόγοι συνιστούν το τέλος της λιτότητας! Υπογράφοντας ένα κείμενο με παραλήπτη τόσο την πολιτική ηγεσία της Γαλλίας, όσο και τα νεοφιλελεύθερα κέντρα εξουσίας της Ευρώπης, οι 80 οικονομολόγοι ασκούν σκληρή κριτική στις πολιτικές που ακολουθούνται και προτείνουν το...


δικό τους σχέδιο, για να βγει η οικονομία από το σημερινό αδιέξοδο.

 «Είναι καιρός να εγκαταλείψουμε την πολιτική αυτή, που οδηγεί σε μια αέναη περιδίνηση στην κρίση. Για να απαντήσουμε στις επείγουσες οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, για να ξαναδώσουμε την ελπίδα στις λαϊκές τάξεις, προτείνουμε στους συμπολίτες μας, στα συνεταιριστικά, συνδικαλιστικά και πολιτικά κινήματα, να ξεκινήσουν έναν διάλογο με θέμα την εφαρμογή ενός σχεδίου εξόδου από την κρίση», λένε χαρακτηριστικά.

Το κείμενό τους δημοσιεύει η γαλλική εφημερίδα «Le Monde»:

«Δεν είναι αδύνατο να ξανακερδίσει κανείς το μέλλον, ακόμη και το οικονομικό. Αυτό είναι το κεντρικό νόημα της έκκλησης αυτής. Το απαιτεί η σοβαρότητα της κατάστασης. Γι' αυτό είμαστε σήμερα εδώ παρόντες ως οικονομολόγοι, παρά τις σημαντικές διαφορές απόψεων που μας χωρίζουν: για να υπογραμμίσουμε, ότι υπάρχουν αξιόπιστες εναλλακτικές, για να βγει η οικονομία από το αδιέξοδο.

Η ανεργία, η ανασφάλεια, η δυσκολία για να βγει ο μήνας χαρακτηρίζουν τη ζωή εκατομμυρίων συμπολιτών μας. Στις πρακτικές δυσκολίες της καθημερινής ζωής προστίθενται η απώλεια κάθε ελπίδας, το αίσθημα ότι το μέλλον είναι κλειστό για μας και τα παιδιά μας. Οι περιφερειακές εκλογές στη Γαλλία αλλά και οι αναμετρήσεις σε άλλες χώρες έχουν σημάνει το καμπανάκι του συναγερμού. Οι αιτίες της κοινωνικής απελπισίας είναι αποκλειστικά οικονομικές. Και καμία ελπίδα δεν πρόκειται να ξαναγεννηθεί, αν δεν αλλάξουν τα δεδομένα που έχουμε μπροστά μας.

Τι να κάνουμε; Οι οπαδοί του οικονομικού φιλελευθερισμού υποστηρίζουν την ακόμη πιο δραστική μείωση των δημοσίων δαπανών, την αποδιάρθρωση των κανόνων που ρυθμίζουν την εργασία, την αναθεώρηση της τάσης για μείωση του ωραρίου εργασίας και τη μείωση του κόστους εργασίας μέσω της συμπίεσης των μισθών και των ασφαλιστικών και κοινωνικών εισφορών. Αυτή η θεραπεία του σοκ εφαρμόστηκε στη Νότια Ευρώπη (Ισπανία, Ελλάδα, Πορτογαλία...). Οδήγησε στην κατάρρευση της οικονομικής δραστηριότητας και σε μια έκρηξη της ανεργίας και της φτώχειας.

Το δημόσιο χρέος εκτινάχθηκε στα ύψη, καθώς η μείωση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) προκάλεσε μια συρρίκνωση των δημοσίων εσόδων και μια αύξηση της σχέσης του χρέους ως προς το ΑΕΠ. Ως εκ τούτου, οι ευρωπαϊκές χώρες ενεπλάκησαν σε έναν θανατηφόρο αγώνα δρόμου ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας μέσω της λιτότητας, του οποίου στόχος είναι να κερδίσει η μία χώρα μέρος της αγοράς και να ενισχύσει την απασχόλησή της εις βάρος των γειτονικών της χωρών.

Είναι καιρός να εγκαταλείψουμε την πολιτική αυτή, που οδηγεί σε μια αέναη περιδίνηση στην κρίση. Για να απαντήσουμε στις επείγουσες οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, για να ξαναδώσουμε την ελπίδα στις λαϊκές τάξεις, προτείνουμε στους συμπολίτες μας, στα συνεταιριστικά, συνδικαλιστικά και πολιτικά κινήματα, να ξεκινήσουν έναν διάλογο, με θέμα την εφαρμογή ενός σχεδίου εξόδου από την κρίση που θα εδράζεται σε τρεις άξονες.

1. Οικολογικό και κοινωνικό παραγωγικό συμβόλαιο

Οι ανάγκες στο πεδίο αυτό περισσεύουν: επενδύσεις για τη μείωση των εκπομπών ρύπων (θερμική ανακαίνιση κτιρίων, μέσα μαζικής μεταφοράς, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας...), ανέγερση κατοικιών, προγράμματα για να τερματιστούν τα γκέτο στις πόλεις, πολιτικές για να αποκατασταθεί η ανάμειξη των κοινωνικών ομάδων και η ισότητα, νέο κοινωνικό συμβόλαιο προς όφελος της εκπαίδευσης, της υγείας, του πολιτισμού, της ασφάλειας και της δικαιοσύνης, βοήθεια στα άτομα που χάνουν την αυτονομία τους, χώροι υποδοχής και παιχνιδιού για τα πολύ μικρά παιδιά. Οι δραστηριότητες αυτές θα οδηγούσαν στη δημιουργία εκατοντάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας. Με βάση αυτές, θα ήταν δυνατό να ανακαλύψουμε έναν νέο δρόμο που οδηγεί σε συνθήκες πλήρους απασχόλησης, με θέσεις εργασίας ισότιμες, δίχως διακρίσεις φύλου και καταγωγής.

Η ανοικοδόμηση της οικονομίας μας σε νέες βάσεις προϋποθέτει να βγούμε από τη λογική της γενικευμένης περιφρόνησης. Της περιφρόνησης έναντι των ανέργων, επάνω από τους οποίους πλανάται η υποψία ότι είναι υπεύθυνοι για την κατάστασή τους, ενώ υπεύθυνη είναι η αποτυχημένη οργάνωση της οικονομίας. Της περιφρόνησης έναντι των φτωχών, που θεωρούνται από πολλούς κοινωνικό βάρος, ενώ είναι η κοινωνία που τους στερεί την πρόσβαση σε περισσότερους πόρους. Της περιφρόνησης έναντι των δημοσίων υπαλλήλων που κατηγορούνται για αντιπαραγωγικότητα την ώρα που συνεισφέρουν στη διαμόρφωση του ΑΕΠ και την ώρα που χάρη στην παραγωγή τους (το έργο των δημοσίων υπηρεσιών εν γένει) καθίσταται δυνατή η ουσιαστική μείωση των ανισοτήτων. Της περιφρόνησης των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα που κατηγορούνται ότι είναι τα χαϊδεμένα παιδιά του Εργατικού Δικαίου, την ώρα που οι εργασιακές συνθήκες καθίστανται ολοένα και δυσχερέστερες.

Η ανοικοδόμηση αυτή απαιτεί την κινητοποίηση του συνόλου της κοινωνίας. Των δημοσίων υπηρεσιών, το κύρος των οποίων πρέπει να αποκατασταθεί πλήρως, για να ανταποκριθούν στην αποστολή τους που είναι η εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος με τρόπο λιγότερο γραφειοκρατικό και περισσότερο συνεργατικό με τον πολίτη. Της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, απαραίτητης για την ανάπτυξη των κοινών αγαθών. Της συμμετοχικής και της συνεργατικής οικονομίας, που δεν πρέπει να είναι συνώνυμο της "ουμπεροποίησης", που επιτείνει την ανασφάλεια και τους κοινωνικούς αυτοματισμούς (σ.σ.: αναφέρονται στη γιγαντιαία αμερικανική εταιρεία ιδιωτικών μεταφορών Uber, στην οποία το Εφετείο του Παρισιού επέβαλε  πρόστιμο 150.000 ευρώ για αθέμιτο ανταγωνισμό των ταξιτζήδων, με το επιχείρημα ότι "συνεπιβατισμός επ' αμοιβή δεν νοείται").

Οι επιχειρήσεις ή οι συνεταιρισμοί εργαζομένων, με μισθωτούς που απολαμβάνουν τον σεβασμό και την αναγνώριση, πρέπει να ανοικοδομηθούν ενάντια στις οικονομικίστικες και κερδοσκοπικές λογικές που κυριαρχούν σήμερα στην πλειονότητα των μεγάλων ομίλων και συντρίβουν τους υπεργολάβους. Τα διοικητικά στελέχη, οι επικεφαλής των επιχειρήσεων, συχνά ασφυκτιώντας από τις απαιτήσεις των τραπεζών και των μετόχων, πρέπει να αποδεσμευθούν από την επιθετική στρατηγική της Medef (σ.σ.: η μεγαλύτερη εργοδοτική ένωση της Γαλλίας, αντίστοιχη του ΣΕΒ) και να υιοθετήσουν οικολογικές και κοινωνικές προτεραιότητες.

2. Στήριξη της ανάπτυξης και της απασχόλησης

Οι έρευνες που διενεργούνται στις επιχειρήσεις, έχουν αποδείξει, ότι είναι πάνω απ' όλα τα βιβλία παραγγελιών που μπλοκάρουν την ανάπτυξη, την απασχόληση και τις επενδύσεις. Προτείνουμε την υιοθέτηση ενός προγράμματος στήριξης των επιχειρήσεων με 40 δισ. ευρώ ετησίως, που θα χρηματοδοτείται εν μέρει από την ανασύνταξη των πόρων του Συμφώνου Υπευθυνότητας και Αλληλεγγύης (σ.σ.: δέσμη μέτρων που εξήγγειλε στις 31 Δεκεμβρίου 2013 ο Φρανσουά Ολάντ για την τόνωση της απασχόλησης και των επενδύσεων), η αποτυχία του οποίου σε ό,τι αφορά τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την προσέλκυση επενδύσεων είναι προφανής.

Εν μέρει, το πρόγραμμα που προτείνουμε, θα χρηματοδοτείται με δημόσιο δανεισμό, κάτι που δεν δίστασαν να κάνουν κατά τη διάρκεια της κρίσης οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

3. Οι ευρωπαϊκοί κανόνες εμποδίζουν την ανάκαμψη

Ο τελευταίος άξονας για την έξοδο από το οικονομικό αδιέξοδο έχει να κάνει με τη συνειδητοποίηση ότι είναι καιρός να επανεξετάσουμε τους νεοφιλελεύθερους κανόνες που έφεραν την ΕΕ στη θέση να είναι σήμερα ο μεγάλος ασθενής της παγκόσμιας οικονομίας. Το εμπορικό πλεόνασμα της ευρωζώνης ανέρχεται στο 3% του ΑΕΠ της, κάτι που μαρτυρά ότι η εσωτερική ζήτηση είναι σαφώς ανεπαρκής. Το πλεόνασμα αυτό δικαιολογεί μια αύξηση των μισθών και των παροχών κοινωνικής ασφάλισης της τάξεως του 10% για τα χαμηλά εισοδήματα.

Η αύξηση αυτή είναι πιο σημαντική στις χώρες που συσσωρεύουν υπερβολικά εμπορικά πλεονάσματα - στη Γερμανία το πλεόνασμα φθάνει το 8% του ΑΕΠ όντας διπλάσιο από αυτό της Κίνας. Η υιοθέτηση του ευρώ από οικονομίες ετερογενείς και δίχως διορθωτικούς μηχανισμούς οδήγησε σε μείζονες ανισορροπίες. Το ευρώ είναι de facto υποτιμημένο για τη Γερμανία, ενώ είναι υπερτιμημένο για τις χώρες της Νότιας Ευρώπης αλλά και για τη Γαλλία. Οι ισχύοντες νεοφιλελεύθεροι κανόνες επιβάλλουν στις τελευταίες αυτές χώρες την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητάς τους μέσω μιας εσωτερικής υποτίμησης (μείωση των μισθών και των δημοσίων δαπανών), διαδικασία που τροφοδοτεί την ύφεση, αποθαρρύνει τις επενδύσεις και εν τέλει απομακρύνει διαρκώς τις δυνατότητές τους να ανακάμψουν.

Εν προκειμένω, είναι το αντίθετο που πρέπει να κάνουμε: η αύξηση των δαπανών στις χώρες με πλεονάσματα θα επέτρεπε να περιοριστούν εκ των άνω οι ανισορροπίες των εμπορικών ισοζυγίων τους και να ανασχεθούν οι αποπληθωριστικές πιέσεις που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αδυνατεί να περιορίσει από μόνη της. Πέρα από το σχέδιο Γιούνκερ, που εξάλλου ελάχιστα χρηματοδοτήθηκε, πρέπει επιτέλους να καταρτιστεί ένα πραγματικό αναπτυξιακό ευρωπαϊκό σχέδιο επικεντρωμένο στον σεβασμό του περιβάλλοντος, που θα εφαρμοστεί ακριβέστερα και πληρέστερα στις χώρες που αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες.

Η Γαλλία μπορεί να προτείνει αυτόν τον αναπροσανατολισμό των στόχων και των μεθόδων στους ευρωπαίους εταίρους της και πρωτίστως στη Γερμανία, η οποία ήδη έχει δεσμεύσει πάνω από 10 δισ. ευρώ για να υποδεχθεί τους πρόσφυγες. Σε περίπτωση που η Γερμανία απορρίψει το σχέδιο, η Γαλλία θα μπορούσε να προτείνει στις χώρες που το επιθυμούν (στην Πορτογαλία, στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες χώρες, όπως η Ιταλία και η Ισπανία, οι τέσσερις αυτές χώρες μαζί με τη Γαλλία συνεισφέρουν κατά 50% και πλέον του ΑΕΠ της ευρωζώνης) να συνυπογράψουν ένα Σύμφωνο Ανασυγκρότησης, θέτοντας την οικονομική και κοινωνική αναγκαιότητα πάνω από τους νεοφιλελεύθερους κανόνες.

Συνοδευόμενη με μέτρα που θα αποσκοπούν στη δραστική αναδιοργάνωση των τραπεζών, στη ρήξη με τις ανεξέλεγκτες χρηματοδοτήσεις και το φορολογικό και κοινωνικό ντάμπινγκ ακόμη και μέσα στους κόλπους της ΕΕ, η στρατηγική αυτή είναι η μοναδική, που μπορεί να ανατάξει την Ευρώπη.

Η κακοποιημένη Γαλλία έχει ανάγκη από έναν νέο ορίζοντα. Η έξοδος από το σκοτεινό πολιτικό τούνελ στο οποίο έχει μπει, δεν περνά αποκλειστικά και μόνο από την οικονομία. Αλλά θα είναι ανυπόφορο γι' αυτήν, αν επιμείνουμε να ακολουθούμε νεοφιλελεύθερες πολιτικές, που εμβαθύνουν τις ανισότητες και εκτρέφουν την κοινωνική δυστυχία. Είναι καιρός να βάλουμε μπροστά μια εναλλακτική οικονομική πολιτική».