17 Απρ 2012

Η κοινωνική οικονομία της αγοράς


Των Sigmar Gabriel, Peer Steinbrueck και Frank-Walter Steinmeier
Η συνεχιζόμενη χρηματοοικονομική κρίση γίνεται όλο και περισσότερο απειλή για τις ευρωπαϊκές δημοκρατίες. Επιβαρύνει το πολιτικό κλίμα εντός των κοινωνιών και μεταξύ των κυβερνήσεων...

 
Αναζωπυρώνει εθνικές προκαταλήψεις ανάμεσα στους λαούς οι οποίες θεωρούνταν από καιρό ξεπερασμένες, δυσχεραίνει επίσης τη συνεννόηση μέσα στις ευρωπαϊκές κομματικές οικογένειες. Και διχάζει τις κοινωνίες. [...]

Για εμάς τους Σοσιαλδημοκράτες ήταν εξαρχής σαφές, ότι αν δεν διασωθεί η Ελλάδα θα μπορούσε να προκύψει μια αλυσιδωτή αντίδραση στον ευρωπαϊκό Νότο. Ο φαύλος κύκλος χρέους, ανεργίας και ύφεσης μπορεί να γίνει επικίνδυνος κυκλώνας που θα παρασύρει και τους ισχυρότερους. Το αποτέλεσμα θα ήταν η εσωτερική διάσπαση της Ενωσης και η αποτυχία του ευρωπαϊκού σχεδίου συνολικά.

Τότε όμως θα διακυβευθεί η πολιτική δυνατότητα της Ευρώπης να συμβάλει στην επίλυση των μεγάλων προβλημάτων του πλανήτη μας: ειρήνη και ασφάλεια, προστασία του κλίματος, αποτελεσματική χρήση των πρώτων υλών, παροχή νερού, διατροφή και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ποιος να πάρει την Ευρώπη στα σοβαρά, όταν δεν καταφέρνουμε καν να αντεπεξέλθουμε στη δοκιμασία της εσωτερικής διάσπασης, να εκσυγχρονίσουμε τις κρατικές δομές, να ανανεώσουμε τη βιομηχανία, να δώσουμε περισσότερες ευκαιρίες στους πολίτες; Ποιος να πάρει στα σοβαρά την ΕΕ, όταν υποχωρεί στην πάλη ισχύος με τον ξέφρενο χρηματοοικονομικό καπιταλισμό;

 Στις μελλοντικές αντιπαραθέσεις για τα μεγάλα θέματα της ανθρωπότητας η Αμερική και η Ασία - ακριβέστερα, οι ΗΠΑ και η Κίνα - θα αναδυθούν ηγέτιδες δυνάμεις. Η Ευρώπη, σε αυτή την περίπτωση, θα έμενε στο περιθώριο της παγκόσμιας πολιτικής.

Γι' αυτό είναι ακόμα πιο σημαντικό το ευρωπαϊκό σχέδιο να συνεχιστεί σε επιτυχή πορεία. Οπωσδήποτε, η Ευρώπη δεν είναι υποχρεωτικό να αποτύχει. Αντίθετα, πολλοί λόγοι υπάρχουν για να μη συμβεί αυτό. Χρειάζεται όμως οι δημοκρατίες της Ευρώπης να ενισχυθούν. Να ελέγξουν το δημόσιο χρέος τους, να υπερβούν την καταστρεπτική οικονομία της φούσκας χωρίς αληθινή παραγωγή αξίας, να καταφέρουν να δαμάσουν τον «αρπακτικό καπιταλισμό». Η Ευρώπη μπορεί να γίνει προπομπός μιας υγιούς οικονομίας. Θεωρούμε ρεαλιστική τη δυνατότητα, πρώτα οι χώρες του ευρώ να συμφωνήσουν σε ένα νέο υπερεθνικό πλαίσιο ρυθμίσεων με περιορισμούς και ελέγχους στους κυριότερους χρηματοοικονομικούς τόπους. Στη βάση αυτή θα μπορούσαν να εδραιώσουν ένα ευρωπαϊκό μοντέλο, παράδειγμα για όλο τον κόσμο.

Η κρίση είναι επαρκής λόγος και αφορμή να διορθώσουμε την πορεία μας. Εως τώρα, η συντηρητική πλειοψηφία στην ΕΕ υπό την ηγεσία Μέρκελ - Σαρκοζί, αντί να αναλύσει τις συστημικά προκαλούμενες συγκρούσεις και τον καταστροφικό ρόλο επενδυτικών τραπεζών, hedge funds και οίκων αξιολόγησης και να δημιουργήσει αντίστοιχους καταστατικούς μηχανισμούς, ανακηρύσσει αποδιοπομπαίους τράγους τα υπερχρεωμένα κράτη όπως η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Ιταλία.

Είναι αλήθεια, βεβαίως, ότι μερικά κράτη γλίστρησαν επιπόλαια στην παγίδα του χρέους. Ωστόσο, οι συντηρητικοί της Ευρώπης αποσιωπούν, πως οι κυβερνήσεις που περισσότερο έχουν πληγεί από την κρίση, είχαν συμβούλους τους καλύτερους οίκους στη Φρανκφούρτη, το Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη και πως, καθώς δεν τους επιβάλλονταν τα ενδεδειγμένα ασφάλιστρα κινδύνου, εθίζονταν σε φθηνά δάνεια - όπως εθίζονται οι εξαρτημένοι από τα ναρκωτικά.

Δεν επιτρέπεται, συνεπώς, να κοροϊδεύουμε ούτε τους εαυτούς μας ούτε τις χώρες υπό εξυγίανση: η εποχή του απερίσκεπτου δανεισμού τελείωσε. Το βουνό του δημοσιονομικού προβλήματος έχει γίνει απειλητικό. Γι' αυτό άλλωστε εμείς, οι Σοσιαλδημοκράτες, προωθήσαμε το «φρένο του χρέους» και το θεμελιώσαμε στο Σύνταγμά μας.

Ωστόσο, μόνο με φρένα στο χρέος και δραστικά περιορισμένες κρατικές δαπάνες δεν θα μπορέσουν τα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη να βγουν «από τον βάλτο». Το παράδειγμα της Ελλάδας δείχνει πόσο δύσκολο είναι να επιτευχθεί δημοσιονομική εξυγίανση όταν καταρρέει η οικονομική ανάπτυξη. Οποιος παίρνει στα σοβαρά τους στόχους του δημοσιονομικού συμφώνου, πρέπει να κάνει δυνατή και τη δημιουργία επενδύσεων που θα φέρουν ανάπτυξη και απασχόληση.[...]

Το δημοσιονομικό σύμφωνο, συνεπώς, πρέπει να συμπληρωθεί με μια διατηρήσιμα αποτελεσματική αναπτυξιακή πολιτική. Προς τον σκοπό αυτό μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και τους έως τώρα αναξιοποίητους διαρθρωτικούς πόρους της ΕΕ, αφού παραιτηθούμε από την κανονική έως τώρα ίδια συμμετοχή των χωρών που τους λαμβάνουν. Πρέπει να αρχίσουμε με ένα άμεσο πρόγραμμα ενάντια στην ανερχόμενη ανεργία των νέων. Αν θέλουμε οι νέοι άνθρωποι να δεχτούν την Ευρώπη σαν «δικό τους σχέδιο», χρειάζονται μια ρεαλιστική προοπτική για μια ζωή για την οποία θα μπορούν οι ίδιοι να έχουν την ευθύνη.

Αγωνιζόμαστε για να ανοίξει μια οικονομική προοπτική για επισφαλή κράτη του ευρώ όπως η Ελλάδα ή η Πορτογαλία. Ενα δημοσιονομικό σύμφωνο χωρίς αναπτυξιακά κίνητρα και διοικητικές βοήθειες συγκρότησης με χαρακτήρα «σχεδίου Μάρσαλ» είναι εντελώς ανεπαρκές. Δημοσιονομική ένωση και επενδύσεις είναι αλληλένδετες. Το ένα χωρίς το άλλο είναι λανθασμένη πολιτική.

Αντί όμως αυτό το νέο «σχέδιο Μάρσαλ» να χρηματοδοτηθεί με σκέτο δανεισμό, πρέπει να υλοποιηθεί στη βάση ενός φόρου κύκλου εργασιών επί χρηματοπιστωτικών προϊόντων («φόρος χρηματοπιστωτικών συναλλαγών»). Νέα χρέη και δάνεια για αναπτυξιακές πρωτοβουλίες θα ήταν ο λανθασμένος δρόμος. [...]

Το κεντρικό ερώτημα που προκύπτει στη συγκυρία είναι: πώς θα μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε τη διπλή κρίση της Ευρώπης και του αχαλίνωτου καπιταλισμού για να προωθήσουμε πιο δυνατά τις αντιλήψεις μας για μια δίκαιη κοινωνία;

Με την επαναθεμελίωση του επιτυχέστερου οικονομικού και κοινωνικού υποδείγματος της μεταπολεμικής ιστορίας: της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς.

Αυτό το γερμανικό υπόδειγμα της επιτυχίας παραμελήθηκε μέσα στην εκστρατεία μάρκετινγκ της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας και εν μέρει αποσυναρμολογήθηκε.

Η κοινωνική οικονομία της αγοράς, όπως την αντιλαμβανόμαστε, είναι η αντίθεση σε μια κοινωνία, όπου όποιος κερδίζει τα παίρνει όλα και η αλληλεγγύη είναι ξένη λέξη. Η αντίληψή μας για την οικονομία της αγοράς συνίσταται σε μιαν αγορά των πολλών έναντι του ελιτιστικού τόπου της αγοράς των ολίγων. Για να το πούμε στη γλώσσα των νέων κοινωνικών κινημάτων διαμαρτυρίας: η κοινωνική οικονομία της αγοράς είναι η μορφή κοινωνίας του 99% ενάντια στην αξίωση εξουσίας του 1%.

Η Ανγκελα Μέρκελ τοποθετούνταν ανέκαθεν, και αυτή, υπέρ της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς. Ταυτόχρονα όμως προπαγανδίζει μια «δημοκρατία σύμφωνη με την αγορά», διατύπωση που προδίδει ξεκάθαρα τη σημασία της: η δημοκρατία να προσαρμοστεί στις αγορές και τις ανάγκες τους! Το θεωρούμε απειλητικό όραμα.  

Στη δική μας κατάταξη των πολιτικών αγαθών, δημοκρατία και κοινωνική ασφάλεια προηγούνται. Ζητούμενο είναι η επιστροφή σε μια «αγορά σύμφωνη με τη δημοκρατία», η ανανέωση της κοινωνικής αγοράς της εργασίας, η αποκατάσταση της κοινωνικής ευθύνης και η ανάπτυξη συλλογικού πνεύματος σε πολιτική, οικονομία και κοινωνία.

Δεν τρέφουμε αυταπάτες. Η ιδέα ενός κράτους ικανού να δρα σε μια οικονομία της αγοράς με κοινωνική υπευθυνότητα, όπως την υποστηρίζουμε, προσκρούει σε αντιστάσεις και αντιρρήσεις, για να μη μιλήσουμε για τις αναγκαίες ρυθμίσεις των χρηματοοικονομικών αγορών και έναν φόρο συναλλαγών, που θεωρούμε απολύτως απαραίτητα. 

Το ζήτημα όμως είναι η αποδοτικότητα της οικονομίας μας ως βάση της ευημερίας μας. 
Και η αποκατάσταση του «κοινωνικού» στην οικονομία της αγοράς. 
Αυτή είναι η βάση για μια ελεύθερη και ειρηνική κοινωνία, όπου χαλιναγωγούνται οι φυγόκεντρες δυνάμεις και προωθούνται οι δυνάμεις της συνοχής.

Frankfurter Allgemeine Zeitung 
ΤΑ ΝΕΑ
ΠΗΓΗ: radar-gr