1 Μαΐ 2011

ΔΡΟΜΟΙ. Του Ρούσσου Βρανά


«Εντάξει!..
... Καλή η προσπάθεια. Οµως δεν µασάµε. Το παιχνίδι σας τελείωσε. Καµιά χώρα δεν µπορεί να διαπράξει οικονοµική αυτοκτονία, να βυθιστεί στην ύφεση και να εξανδραποδίσει ένα µεγάλο... 


µέρος του πληθυσµού της, µόνο και µόνο για να ικανοποιήσει τους κερδοσκόπους».

Η κυβέρνηση της Ισλανδίας δεν τα είπε αυτά. Αντίθετα προσπάθησε να σπείρει τον πανικό στον λαό, ώστε να τον κάνει να ψηφίσει «Ναι» στο δηµοψήφισµα και να πληρώσει αυτός τα χρέη των τραπεζιτών.

Στις 23 Φεβρουαρίου η Moody’s απειλούσε: «Αν καταψηφιστεί η πρόταση, θα υποβαθµίσουµε την Ισλανδία. Αλλιώς θα διατηρήσουµε την αξιολόγησή µας σταθερή». Λίγοι αντιλαµβάνονται, πως οι περίφηµοι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης δεν είναι στην πραγµατικότητα παρά λόµπι, τα οποία λειτουργούν για τα συµφέροντα της πελατείας τους, δηλαδή του χρηµατοπιστωτικού κεφαλαίου.

Η περίπτωση του Ντένις Κιούσινιτς, όταν ακόµη ήταν δήµαρχος του Κλίβελαντ, είναι αποκαλυπτική, όπως τη διηγείται ο Μάικλ Χάντσον, καθηγητής των Οικονοµικών στο Πανεπιστήµιο του Μιζούρι.

Οι τράπεζες και κάποιοι από τους καλύτερους πελάτες τους είχαν βάλει στο µάτι τη δηµόσια ηλεκτρική εταιρεία της πόλης, µε στόχο να την ιδιωτικοποιήσουν. Ηθελαν µάλιστα να την αγοράσουν βερεσέ (µε φορολογική έκπτωση των τόκων).
Οι τράπεζες ζήτησαν από τον δήµαρχο Κιούσινιτς να τους πουλήσει την εταιρεία, υποσχόµενες να τον βοηθήσουν να εκλεγεί κυβερνήτης. Ο Κιούσινιτς τους είπε «όχι».
Ετσι οι τράπεζες επιστράτευσαν τους µπράβους τους, δηλαδή τους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης. Και αυτοί απείλησαν να υποβαθµίσουν την πιστοληπτική ικανότητα του Κλίβελαντ. «Αν δεν µας αφήσετε να πάρουµε την ηλεκτρική εταιρεία», είπαν, «θα καταστρέψουµε οικονοµικά την πόλη σου».

Ο Κιούσινιτς ξαναείπε «όχι».
Και οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης πραγµατοποίησαν την απειλή τους. Οµως,ο δήµαρχος είχε σώσει την πόλη του και τους δηµότες του από τα αρπακτικά των ιδιωτικοποιήσεων. 
Και όταν ήρθε το πλήρωµα του χρόνου, οι ψηφοφόροι του τον έστειλαν στο Κογκρέσο, όπου είναι σήµερα µια από τις πιο ειλικρινείς φωνές των Δηµοκρατικών (είχε µάλιστα διεκδικήσει και το χρίσµα τους για την προεδρία).

Η ιστορία που διηγείται ο Μάικλ Χάντσον για τους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης τα λέει όλα.

Πώς είναι δυνατόν να πιστεύει κανείς, ότι η συµφωνία να πληρώσει µια χώρα ένα χρέος, που είναι αδύνατο να αποπληρωθεί, θα βελτιώσει την πιστοληπτική της εικόνα;
Οι επενδυτές που επενδύουν στα οµόλογα των χωρών, έχουν µάθει να εµπιστεύονται µόνο τη δική τους κοινή λογική, από τότε που έχασαν δισεκατοµµύρια εξαιτίας των απατηλών αξιολογήσεων αυτών των οίκων, που, λίγες µόλις µέρες πριν από τη συντριβή τους, εξακολουθούσαν να αξιολογούν µε άριστα τις τράπεζες που προκάλεσαν την οικονοµική κρίση.

Αν αυτοί οι οίκοι απέφυγαν την ποινική δίωξη, το οφείλουν µονάχα στα ψιλά γράµµατα των συµβολαίων τους: εκεί που έγραφαν ότι εξέφραζαν απλώς µια «γνώµη», αποποιούµενες, έτσι, κάθε ευθύνη για τις εκτιµήσεις τους.
Μπορεί λοιπόν ένας, που εµπιστεύεται αυτούς τους οίκους σήµερα, να είναι λιγότερο ανεύθυνος από αυτούς;

ΠΗΓΗ: τα νεα on-line